«Ας πάει το παλιάμπελο», «Χαιρέτα μου τον πλάτανο» κι άλλες 18 παροιμιώδεις ελληνικές εκφράσεις με την πιο πιθανή ερμηνεία τους

Στην καθημερινή μας ομιλία χρησιμοποιούμε συχνά εκφράσεις των οποίων αγνοούμε πολλές φορές τη σημασία ή την προέλευσή τους.

Η κάθε μία από αυτές κουβαλάει την δική της ιστορία και έχει προκύψει με αφορμή ένα συγκεκριμένο γεγονός, σ’έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και όλες μαζί αποτελούν ένα πολύτιμο κομμάτι του λαϊκού μας πολιτισμού. Πολλές από αυτές έχουν τη ρίζα τους στην αρχαία Ελλάδα ή στο Βυζάντιο, αλλά παρ’ όλα τα χρόνια που έχουν περάσει έκτοτε αυτές διατηρούν τη διαχρονικότητά τους μια και οι ανάγκες, οι φοβίες, τα πάθη των ανθρώπων, παραμένουν τα ίδια ανά τους αιώνες, αλλάζει όμως το περιβάλλον, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης αυτών.

Για αρκετές απ’αυτές υπάρχουν πάνω από μία εκδοχές ως προς την προέλευση, αλλά όλες είναι εξ’ίσου ενδιαφέρουσες ή/και διδακτικές.

Παρακάτω, αναφέρονται μερικές από αυτές τις εκφράσεις και η πιο πιθανή ερμηνεία τους.

«Ας πάει το παλιάμπελο»

Αυτή είναι η παροιμιώδης φράση που ακούστηκε από έναν θεατή, κατά τη διάρκεια της παράστασης Λουτσία ντε Λαμερμούρ στο θέατρο Μπούκουρα το 1840, όπου πρωταγωνιστούσε η περίφημη Ιταλίδα αοιδός Ρίτα Μπάσσο. Ο ηλικιωμένος κτηματίας, ο Αντρέας Λόντος, καταγοητευμένος, όπως και πολλοί Αθηναίοι, από τα θέλγητρα της καλλιτέχνιδας θυσίασε το τελευταίο του αμπέλι αγοράζοντας το εισιτήριο για την παράσταση, την οποία φημολογείται ότι είχε ήδη δει αρκετές φορές.

«Σε τρώει η μύτη σου; Ξύλο θα φας!»

Αυτή η φράση οφείλει την προέλευσή της σε μία πρόληψη που επικρατούσε τα αρχαία χρόνια, όπου πίστευαν ότι ο «κνησμός» ή φαγούρα του σώματος είναι ένα μήνυμα ή μία προειδοποίηση από τους θεούς. Αρκετές απ’ αυτές τις προλήψεις διατηρούνται μέχρι σήμερα και δεν είναι ασυνήθιστο για κάποιον που νιώθει φαγούρα στο δεξί του χέρι (παλάμη) να πιστεύει ότι θα πάρει χρήματα.

Οι δε Σπαρτιάτες πίστευαν ότι όσα παιδιά αισθανόντουσαν φαγούρα στην μύτη θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές, γι’ αυτό έτσι και έβλεπαν ένα παιδί να ξύνει την μύτη του το τιμωρούσαν, ώστε να μην το ξανακάνει. Και λέγεται ότι από αυτή την πρόληψη προέρχεται η συγκεκριμένη παροιμιώδης έκφραση.

«Έφαγε το ξύλο της χρονιάς του»

Kαι αυτή η φράση έχει σχέση με τιμωρία των παιδιών, αλλά σε μια διαφορετική εποχή, στα χρόνια του Μεσαίωνα, όπου οι μέθοδοι διαπαιδαγώγησης ή πειθαρχίας των μαθητών, καμία σχέση δεν έχουν, ευτυχώς, με τις σημερινές. Πολλοί μαθητές μαρτυρούσαν, υπέφεραν στα χέρια των δασκάλων τους με αποτέλεσμα να προσπαθούν συνεχώς να βρουν τρόπο να το σκάνε για να γλυτώσουν.

Στο Βυζάντιο οι δάσκαλοι ήταν σχεδόν όλοι καλόγεροι ή παπάδες αλλά η… πίστη δεν τους εμπόδιζε να δέρνουν και αυτοί τους μαθητές, με μία όμως μικρή διαφορά. Τους έδερναν μόνο μία φορά τον χρόνο. Και η εποχή του ξύλου ήταν κάθε Αύγουστο, μόλις τελείωναν τα μαθήματα. Ο μαθητής έπρεπε να περάσει από τον παιδονόμο για να… φάει το ξύλο της χρονιάς του. Το σκεπτικό πίσω από αυτή την συνήθεια ήταν ότι μέχρι τον Σεπτέμβριο που θα άρχιζαν πάλι τα μαθήματα τα παιδιά θα ήταν φρόνιμα!

«Χαιρέτα μου τον πλάτανο»

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, κοντά στο Ωρολόγιο του Κυρρήστου (Αέρηδες) υπήρχε το ιεροδιδασκαλείο των μουσουλμάνων το οποίο είχε ιδρυθεί το 1721 από τον Μεχμέτ Φαχρή. Όταν οι Τούρκοι έφυγαν από την Ελλάδα, το κτίριο επισκευάστηκε σε σχέδια του Χρ. Χάνσεν και λειτούργησε ως φυλακή. Εκεί είχαν φυλακιστεί πολλοί ποινικοί αλλά και πολιτικοί κρατούμενοι μεταξύ αυτών και ο στρατηγός Μακρυγιάννης. Στην αυλή των φυλακών υπήρχε ένας πλάτανος πάνω στον οποίο απαγχονίζονταν οι καταδικασμένοι σε θάνατο. Όσοι ήταν τυχεροί και αποφυλακίζονταν, φεύγοντας έλεγαν «χαιρέτα μου τον πλάτανο». Το κτίριο των φυλακών κατεδαφίστηκε το 1914 και σήμερα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πάρα μόνο η ξύλινη πύλη με την επιγραφή της.

Μια άλλη εκδοχή θέλει την προέλευση αυτής της παροιμιώδους έκφρασης να οφείλεται στον χαιρετισμό δύο συγχωριανών, όταν συναντιόντουσαν μακριά από το χωριό τους και ο ένας απ’ αυτούς, επρόκειτο να γυρίσει πίσω. Τότε ο άλλος του έλεγε «χαιρέτα μου τον πλάτανο», δένδρο που σπάνια έλειπε από την κεντρική πλατεία ενός χωριού, προσφιλής τόπος συγκέντρωσης των κατοίκων.

«Της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες»

Μία φράση σχετική με τους κουτσαβάκηδες, μάγκες της Αθήνας στα τέλη του 19ου αιώνα, οι οποίοι ασκούσαν εκβιασμούς, βία και τρομοκρατία. Συνηθισμένα στην εμφάνιση του μάγκα ήταν το λιγδωμένο μαλλί, το μακρύ μουστάκι, τα μυτερά παπούτσια με γυρισμένες μύτες, το καβουράκι, το παντελόνι με ρίγα, το μαύρο σακάκι το οποίο φορούσαν μόνο το αριστερό μανίκι ώστε να μπορούν να το βγάλουν πολύ εύκολα σε περίπτωση καβγά και το κομπολόι. Στη μέση φορούσαν τυλιχτό ζωνάρι, κυρίως για να κρύβουν τα μικρά όπλα – μαχαίρια και πιστόλια – που κουβαλούσαν.

Ο διευθυντής της Αστυνομίας Δημήτρης Μπαϊρακτάρης κατόρθωσε να τους αντιμετωπίσει, τη δεκαετία του 1890, παίρνοντας μία σειρά μέτρων με στόχο τον εξευτελισμό, τη διαπόμπευση και τελική εξάλειψή τους. Μερικά από αυτά τα μέτρα που πήρε ήταν να κόψει το τσουλούφι των μαλλιών τους, τη μύτη των παπουτσιών τους, το κρεμασμένο μανίκι του σακακιού τους καθώς επίσης και να τους εξαναγκάσει να καταστρέψουν οι ίδιοι τα όπλα τους. Αυτοί, όμως, ύστερα από τον εξευτελισμό τους, προτιμούσαν να τους βάλει φυλακή, παρά να βγούν έξω με αυτά τα χάλια. Τότε, μάλιστα, τραγουδούσαν: « τα σίδερα της φυλακής είναι για τους λεβέντες…» και η παραμονή τους σ’ αυτή ήταν αδιάσειστο στοιχείο της παλικαριάς τους.

«Σιγά τον πολυέλαιο»

Και για αυτή τη φράση υπάρχουν δύο εκδοχές, ως προς τη προέλευσή της.

Η μία αναφέρεται σ’ ένα περιστατικό που συνέβη στην οικία Δεκόζη-Βούρου, γνωστό ως «Παλαιό Παλάτι» μια και αυτό λειτούργησε σαν ανάκτορο από το 1837 έως το 1843 και πρώτη κατοικία του Όθωνα, μετά τον γάμο του με την Αμαλία.

Εκεί, δόθηκε μία επίσημη χοροεσπερίδα, προς τιμή της νέας βασίλισσας με καλεσμένους ξένους αυλικούς, επιζώντες και απόγονους των αγωνιστών του ΄21, μεταξύ αυτών ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και το πρωτοπαλίκαρό του, Δημήτρης Πλαπούτας.

Ο Πλαπούτας, εξαιρετικός χορευτής είχε τη συνήθεια, όταν χόρευε και όταν το απαιτούσε η φιγούρα, να πετάει τα τσαρούχια του στον αέρα.

Μόλις λοιπόν άρχισε ο χορός μέσα στην φωτισμένη από κρυστάλλινους πολυελαίους αίθουσα και ο Πλαπούτας έτρεξε να σύρει τον «κλέφτικο» (τσάμικο), ακούστηκε από τον Κολοκοτρώνη, η παροιμιώδης φράση: «Το νου σου Μήτρο…σιγά τον πολυέλαιο».

Η άλλη, έχει τις ρίζες της στην εκκλησιαστική παράδοση και αναφέρεται στη συνήθεια που υπήρχε και ίσως υπάρχει ακόμη και στις μέρες μας, στις εκκλησίες και τα μοναστήρια, με το άναμμα των πολυελαίων στις μεγάλες γιορτές και συγκεκριμένα κατά τη δοξολογία.

Ο καντηλανάφτης αφού άναβε τους πολυελαίους τους κινούσε, χρησιμοποιώντας ένα κοντάρι, τον έναν από την ανατολή προς τη δύση και τον άλλον από το βορρά προς τον νότο έτσι ώστε να σχηματιστεί το σημείο του σταυρού. Αν όμως η κίνηση αυτή ήταν βιαστική, κινδύνευαν να σβήσουν τα φώτα του πολυελαίου και γιαυτό του έλεγαν «σιγά τον πολυέλαιο».

Δείτε την επόμενη ή προηγούμενη σελίδα πατώντας τα νούμερα

Σελίδες — 1 2 3

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ