26 Οκτωβρίου 1912 – Η Ένδοξη Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

Ελληνες

Σαν σήμερα, την 26η Οκτωβρίου του 1912, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου και ώρα 23.00, οι πληρεξούσιοι ανώτατοι αξιωματικοί του ενωμένου Ελληνισμού Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης, μεταβαίνουν στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης και υπογράφουν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης της πόλης στον Ελληνικό στρατό.

Πώς απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη.

Συνολικά 26.000 Τούρκοι στρατιώτες παραδόθηκαν στις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις που είχαν φθάσει στη Θεσσαλονίκη στις 26 Οκτωβρίου 1912. Οι Έλληνες στρατηγοί, μεταξύ τους και ο Ιωάννης Μεταξάς, αλλά και ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος δεν δέχτηκαν κανένα από τους όρους που επιχείρησαν…να θέσουν οι Τούρκοι κι έτσι ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε θριαμβευτής στη Θεσσαλονίκη. Τα αποσπάσματα που περιγράφουν την παράδοση των Τούρκων είναι από την Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13 του ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού:

Στις 25 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, λόγω της προτάσεως του Ελληνικού Στράτου έπεισαν τον Αρχηγό του Τουρκικού Στρατού στη Θεσσαλονίκη Χασαν Ταξιν Πασα να έλθει σε διαπραγματεύσεις, για να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία.

Μετά απ’ αυτό ο Χασάν Ταξίν Πασάς ανέθεσε σε δυο αξιωματικούς του Επιτελείου του να μεταφέρουν στις ελληνικές προφυλακές έγγραφο του, με το οποίο γνώριζε ότι αντιπροσωπία, αποτελούμενη από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων και το Στρατηγό Σεφήκ Πασά, είχε εξουσιοδοτηθεί να συνομιλήσει με τον Αρχηγό του Ελληνικού Στρατού και γι’ αυτό ορθό θα ήταν ν’ αποφευχθεί κάθε πολεμική ενέργεια προτού ολοκληρωθεί η αποστολή της αντιπροσωπίας. Η επίδοση του εγγράφου έγινε στις προφυλακές της 1 Μεραρχίας και στη συνέχεια διαβιβάστηκε στο Γενικό Στρατηγείο.

Στις 14.00 περίπου της 25ης Οκτωβρίου έφτασαν στη Σίνδο οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων με το Στρατηγό Σεφήκ Πασά, με ειδική αμαξοστοιχία. Επειδή από τη Σίνδο δεν ήταν δυνατή η έγκαιρη προώθηση τους στο Γενικό Στρατηγείο, στο χ Γέφυρα, η αμαξοστοιχία με τη συνοδεία των Διοικητών του Αποσπάσματος Ευζώνων και της III Ηυιλαρχίας επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής προς Σκόπια έφτασε στο χ. Γέφυρα.

Την αντιπροσωπία δέχτηκε αμέσως ο Αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, στον οποίο υποβλήθηκαν οι όροι του Χασάν Ταξίν Πασά. Ο σημαντικότερος ορός ήταν να επιτραπεί σ’ αυτόν να αποσυρθεί με το στρατό του και τον οπλισμό του στην ανατολική παρυφή της Θεσσαλονίκης, όπου και να παραμείνει μέχρι το τέλος του πολέμου.

Ο Αρχηγός του Ελληνικού Στρατού απέρριψε τους όρους, απαιτώντας την άμεση παράδοση του Τουρκικού Στρατού, που θα θεωρούνταν αιχμάλωτος πολέμου και θα μεταφερόταν σε κάποιο λιμάνι της Μικράς Ασίας με δαπάνες της Ελληνικής Κυβερνήσεως και μόνο οι Τούρκοι αξιωματικοί μπορούσαν να διατηρήσουν τα ξίφη τους. Η αντιπροσωπία, αφού έλαβε προθεσμία για να απαντήσει μέχρι τις 06.00 της 26ης Οκτωβρίου, επέστρεψε με τον ίδιο συρμό στη Θεσσαλονίκη. Στο μεταξύ τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εξωτερικών διαβίβασαν στο Γενικό Στρατηγείο πληροφορίες για την προέλαση των Βουλγάρων προς τα νότια, μετά την κατάληψη των Σερρών και εξέφραζαν φόβους για το δημιουργούμενο κίνδυνο από την ταυτόχρονη άφιξη στη Θεσσαλονίκη του Βουλγαρικού και του Ελληνικού Στρατού.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, το Υπουργείο Εξωτερικών απέστειλε προς το Γενικό Στρατηγείο νεότερες πληροφορίες για τις επιχειρήσεις των Συμμάχων και ότι ολόκληρη η πύλη της Θεσσαλονίκης αναμένει την είσοδο του Ελληνικού Στρατού για την τέλεση δοξολογίας στο ναό του Αγίου Δημητρίου.

Από την πλευρά του το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε διαταγή, στις 20.00 την οποία καθόριζε ότι από τις 09.30 της 26ης Οκτωβρίου θα αναλαμβανόταν γενική επίθεση κατά των Τούρκων, σύμφωνα με το σχέδιο που είχε κοινοποιηθεί στις μεραρχίες το πρωί της ίδιας ημέρας.

Την επομένη, 26 Οκτωβρίου, και γύρω στις 05.00 επέστρεψε σιδηροδρομικώς στο χ. Γέφυρα ο Στρατηγός Σεφήκ Πασάς, κομίζοντας την απάντηση του Χασάν Ταξίν Πασά, με την οποία γίνονταν δεκτοί όλοι οι όροι που είχε θέσει ο Αρχηγός του Ελληνικού Στρατού. Ζητούσε μόνο να κρατήσουν οι Τούρκοι 5.000 όπλα για την εκγύμναση των νεοσύλλεκτων. Το αίτημα αυτό δεν έγινε δεκτό και ο Τούρκος πληρεξούσιος ζήτησε δίωρη προθεσμία για να απαντήσει. Ωστόσο η προθεσμία πέρασε χωρίς να δοθεί η αναμενόμενη τουρκική απάντηση.

Ο Ελληνικός Στρατός άρχισε στο μεταξύ από το πρωί να κινείται προς τις θέσεις εξορμήσεώς του.

Παράλληλα ο Αρχηγός του Τουρκικού Στρατού Χασάν Ταξίν Πασάς, επιδιώκοντας να κερδίσει χρόνο και βλέποντας ότι η προέλαση των Ελληνικών δυνάμεων ήταν μάλλον διστακτική, απέφευγε ν’ απαντήσει στον Αρχηγό του Ελληνικού Στρατού.

Στις 10.00 της ίδιας ημέρας εξάλλου οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων συναντήθηκαν με αντιπροσώπους του Αρχηγού του Τουρκικού Στρατού, οι οποίοι και δήλωσαν ότι επιμένουν στον όρο για την εξαίρεση των 5 000 όπλων. Η στάση αυτή των Τούρκων κρίθηκε ότι έκρυβε κάποια υστεροβουλία και οι πρόξενοι αποχώρησαν, επιρρίπτοντας στον Αρχηγό του Τουρκικού Στρατού όλη την ευθύνη για ότι επρόκειτο να επακολουθήσει. Στη συνέχεια, στις 11.00 περίπου, έστειλαν με ειδικό συρμό αντιπρόσωπο τους στο Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο για να τον ενημερώσουν σχετικά με τη στάση των Τούρκων.

Η προώθηση των ελληνικών μεραρχιών στο μεταξύ συνεχιζόταν και η κύκλωση του Τουρκικού Στρατού γινόταν όλο και περισσότερο ασφυκτική. Ύστερα από αυτό ο Χασάν Ταξίν Πασάς, διαβλέποντος το μάταιο της επιμονής του και τις συνέπειες που θα είχε μια άσκοπη μάχη για τον Τουρκικό Στρατό, αποφάσισε να αποδεχτεί όλους τους όρους του Αρχηγού του Ελληνικού Στρατού και σε λίγο έστειλε με έφιππο αξιωματικό έγγραφη δήλωση του, με την οποία αποδεχόταν τους όρους παραδόσεως του στρατού του.

Μετά τη διαταγή του Γενικού Στρατηγείου, η VII Μεραρχία και το δεξιά της Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινοπούλου, τέθηκαν σε σύντονη πορεία για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Η III Μεραρχία συνέχισε επίσης την προέλαση της. Στις 16.00 της 26ης Οκτωβρίου, ενώ βρισκόταν στο ύψος του χωριού Ωραιόκαστρο, έφτασε ο έφιππος Τούρκος αξιωματικός που είχε αποσταλεί από τον Χασάν Ταξίν Πασά με εντολή να παρουσιαστεί στον Έλληνα Αρχιστράτηγο και να ζητήσει την αναστολή της προελάσεως του Ελληνικού Στρατού και την αποστολή στη Θεσσαλονίκη αντιπροσώπων αξιωματικών για τη σύνταξη και υπογραφή των πρωτοκόλλων παραδόσεως. Ο Τούρκος απεσταλμένος προωθήθηκε με συνοδεία στο Γενικό Στρατηγείο, που είχε μετασταθμεύσει κοντά στη Σίνδο.

Βορειότερα η Ι Μεραρχία συνέχισε την προέλαση της προς τα υψώματα του χωριού Νεοχωρούδα, ενώ οι Τούρκοι αποσύρονταν από τις προωθημένες θέσεις τους. Στις 16.00 έφτασε σε απόσταση 400 μέτρων από τα υψώματα που είχαν συγκεντρωθεί οι τουρκικές δυνάμεις, όπου και ενημερώθηκε από Τούρκο αξιωματικό σχετικά με την επικείμενη παράδοση και παρακλήθηκε ν’ ανακόψει την προέλαση μέχρι να τελειώσουν οι σχετικές διατυπώσεις, το οποίο και έγινε.

Το Γενικό Στρατηγείο απέστειλε στις 19.00 της 26ης Οκτωβρίου αντιπροσώπους του στο Στρατηγείο του Χασάν Ταξίν Πασά στη Θεσσαλονίκη για τη σύνταξη των πρωτοκόλλων παραδόσεως, ενώ έστειλε και νέα επιστολή προς το Διοικητή των βουλγαρικών δυνάμεων, με την οποία του γνώριζε τα γεγονότα και την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Ταυτόχρονα απέστειλε προς το Βασιλιά και το Υπουργείο Στρατιωτικών σχετικές αναφορές και διέταξε τις μεραρχίες να σταματήσουν εκεί όπου ήδη βρίσκονταν.

Η VII Μεραρχία και το Απόσπασμα Ευζώνων, που στις 18.00 είχαν φτάσει περίπου 1.500 μέτρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, στρατοπέδευσαν κατά μήκος των εκεί σιδηροδρομικών γραμμών.

Η III Μεραρχία διέκοψε την κίνηση της και στρατοπέδευσε στην περιοχή Ωραιόκαστρο Διαβατά.

 

Η Ι Μεραρχία στάθμευσε κοντά στο χ. Νεοχωρούδα.

 

Η IV Μεραρχία συγκεντρώθηκε στο χ. Νέα Μεσημβρία, όπου και διανυκτέρευσε.

 

Η II Μεραρχία, ύστερα από κοπιώδη πορεία, έφτασε στο χ. Δρυμός μετά τα μεσάνυχτα.

 

Η VI Μεραρχία λίγα μόνο τμήματα της κατόρθωσε να διαπεραιώσει ανατολικά του Αξιού στο Αξιοχώρι, λόγω των δυσχερειών που αντιμετώπιζε στη ζεύξη του ποταμού. Εξαιτίας αυτού το Γενικό Στρατηγείο διέταξε, σε περίπτωση που μέχρι το βράδυ δεν κατορθώσει να διαπεραιωθεί, να κινηθεί το πρωί της επομένης κατά μήκος του ποταμού προς το Βαλτοχώρι και τη Γέφυρα, όπου και να στρατοπεδεύσει.

 

Στο μεταξύ οι Έλληνες ανώτατοι αξιωματικοί, που στάλθηκαν στη Θεσσαλονίκη, Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης άρχισαν αμέσως τις συνεννοήσεις με τον Αρχηγό του Τουρκικού Στρατού και ύστερα από δίωρη σύσκεψη υπογράφηκε στις 23.00 της 26ης Οκτωβρίου το παρακάτω πρωτόκολλο παραδόσεως της Θεσσαλονίκης και του Τουρκικού Στρατού.

 

Μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου Παραδόσεως, ο Αρχηγός του Τουρκικού Στρατού υπέβαλε προς τους αντιπροσώπους του Έλληνα Αρχιστράτηγου την παράκληση να ενημερωθούν αμέσως οι ελληνικές δυνάμεις για τη συμφωνία, ιδιαίτερα αυτές που στάθμευαν στα χωριά Δρυμός και Άσσηρος, για την πρόληψη παρεξηγήσεων. Η πρόταση έγινε αποδεκτή και οι αντιπρόσωποι του Αρχιστράτηγου υπέγραψαν εκ μέρους του, λίγο πριν τα μεσάνυχτα,

 

Η Κυβέρνηση, μη έχοντας ακόμη πληροφορηθεί την υπογραφή του πρωτοκόλλου και την παράδοση της Θεσσαλονίκης, λόγω δυσχερειών στα μέσα επικοινωνίας, ανησυχούσε μήπως οι Βούλγαροι προλάβουν και καταλάβουν πρώτοι την πόλη. Για το λόγο αυτό, ο Πρωθυπουργός απέστειλε στις 02.30 της 27ης Οκτωβρίου προς τον Αρχιστράτηγο τηλεγράφημα, με το οποίο τον διέτασσε να αποδεχθεί χωρίς καμία αναβολή την παράδοση.

 

Συνολικά παραδόθηκαν 25.000 οπλίτες και 1.000 περίπου αξιωματικοί, ενώ περιήλθαν στην κατοχή του Ελληνικού Στρατού 70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 1.200 ίπποι και άφθονο άλλο υλικό κάθε κατηγορίας το οποίο έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο και για τον πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων αλλά και για τις εκστρατείες στην Μικρά Ασία.

 

Με την παράδοση και είσοδο του Ελληνικού Στρατού στην Θεσσαλονίκη εκπληρώνεται ένας από τους μεγάλους στόχους που είχε θέσει ο Ελληνισμός μετά την επανάσταση, δηλαδή την απελευθέρωση και ενσωμάτωση στο Ελληνικό κράτος της Μακεδονίας. Όλος ο Ελληνικός πληθυσμός της πόλης βγήκε στους δρόμους να υποδεχτεί τον Ελληνικό Στρατό, περήφανος και με δάκρυα στα μάτια, τραγουδώντας τον ξακουστό ύμνο «Μακεδονία Ξακουστή», τίμησε τους δεκάδες χιλιάδες Μακεδονομάχους συμπατριώτες μας που έπεσαν στα χώματα της Μακεδονίας με το όραμα της απελευθέρωσης.

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ