Το ορφανό της ζωντοχήρας

Μεγάλωσα σε μια γειτονιά κάτω από την Ακρόπολη. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν από προξενιό και χώρισαν από βία. Πρώτα έκαναν εμένα ύστερα τον αδερφό μου και μετά ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ γιατί ο πατέρας μου χτυπούσε τη μάνα μου και το μωρό αυτό χάθηκε στις κλωτσιές και στις γροθιές του.

Όταν η μάνα μου γύρισε από το νοσοκομείο, μας πήρε και φύγαμε. Θυμάμαι που φεύγαμε από τη γειτονιά και οι γειτόνισσες κοιτάζονταν συνωμοτικά μεταξύ τους και άλλες έκλειναν τα παντζούρια στο πέρασμά μας. Από εκείνη τη στιγμή έπαψα να είμαι ο Θοδωρής. Έγινα το παιδί της ζωντοχήρας και ύστερα το ορφανό!

Πήγαμε σε μια άλλη γειτονιά στο Γκάζι, στη γιαγιά μου. Μείναμε εκεί για 2 χρόνια και θυμάμαι έντονα τους καυγάδες τους. Η μάνα μου έλεγε πως δεν άντεχε άλλο και η μάνα της, πως δεν ήταν σωστά πράγματα αυτά να αφήσει τον άντρα της και το σπιτικό της. «Όλες τρώμε τις ψιλές μας. Άντρας είναι θα πει μια κουβέντα, θα σηκώσει και το χέρι. Πώς κάνεις έτσι για ένα παιδί; Δύο έχεις θα κάνεις κι άλλο. Ξέρεις πόσες έφαγα εγώ από τον πατέρα σου; Ο Θεός να τον συγχωρέσει!».

Η μάνα μου ήθελε να δουλέψει και η γιαγιά μου δεν την άφηνε μην τυχόν της πιάσει κανείς τον κ@λο όπως της έλεγε. Ήμουν 10 χρονών μα τον παραλογισμό τον καταλάβαινα σαν να΄μουν ενήλικας. Η μάνα μου έκανε υπομονή μέχρι που μια μέρα δεν άντεξε και μετά από 2 χρόνια, φύγαμε και από εκεί. Πήγαμε στις Τζιτζιφιές, πολύ μακριά από τη παλιά μας γειτονιά και τη γειτονιά της γιαγιάς για να μην μας γνωρίζει κανένας. Νοικιάσαμε ένα υπόγειο και η μάνα μου έλεγε σε όλους ότι ο πατέρας μας είχε πεθάνει. Πράγματι, δεν ήρθε ποτέ να μας δει από τότε που φύγαμε και δεν ρώτησε ποτέ για εμάς. Ούτε αυτός, ούτε η γιαγιά μου, ούτε κανείς. Η μάνα μου έλεγε αλήθεια. Ο πατέρας μας ήταν σαν νεκρός. Όλα όσα ξέραμε πέθαναν.

Με τον αδερφό μου σταματήσαμε το σχολείο και εγώ πήγα για δουλειά σε ένα κουρείο.  Όλοι στο κουρείο με φώναζαν «το παιδί της χήρας» και ένα άλλο παιδί που δούλευε στο μανάβικο το έλεγαν «το παιδί της ζωντοχήρας». Ήμουν ο Θοδωρής και ήταν ο Νίκος αλλά ήμασταν τα παιδιά της χήρας και της χωρισμένης. Μια μέρα ήρθε ο πατέρας μου να κουρευτεί και τα΄ χασα. Ευτυχώς δεν με γνώρισε. Ήμουν 15 χρονών. Κόμπαζε στους πελάτες για τη γkόμενα που είχε στη γειτονιά και για τα σeξουαλικά του κατορθώματα. Ήθελα να πάρω τη λεπίδα να του κόψω το λαιμό. Να φωνάξω πως τον άντρα δεν τον κάνει το πήδημα. Γύρισα σπίτι και έκλαψα πολύ.

Μόλις έγινα 18 πήγα στρατό. Εκεί δεν ήμουν το παιδί της χήρας γιατί δεν ήξεραν τη μάνα μου. Ήμουν όμως το ορφανό. Όσοι φαντάροι είχαν χάσει τη μάνα ή τον πατέρα τους, έτσι τους έλεγαν. Εγώ ήμουν ο Θοδωρής ο ορφανός, άλλος ήταν ο Γιώργος ο ορφανός κλπ. Δεν με ενοχλούσαν οι ταμπέλες, είχα αποδεχτεί αυτό που ήμουν κι έτσι δεν στάθηκα ποτέ στις λέξεις. Σήμερα όμως καταλαβαίνω όλο το κόμπλεξ και το μίσος των ανθρώπων που έκρυβαν πίσω τους. Ο ορφανός, το παιδί της ζωντοχήρας, ο πατέρας της γεροντοκόρης, το εξώγαμο της κυρα Λένας. Όλοι είχαμε έναν υπότιτλο που έδειχνε πόσο «υπό» ήμασταν μπροστά στους άλλους. Μπροστά στη «κανονικότητά» τους, στα σπίτια τους που απ’ έξω έλαμπαν και μέσα τους βρωμοκοπούσαν. Στις κρεβατοκάμαρές τους που το ξύλο έπεφτε άφθονο ακριβώς κάτω απ’ τη στεφανοθήκη, με δόξα και τιμή!

Δεν παντρεύτηκα ποτέ. Αγάπησα πολύ μα διάλεξα να μην παντρευτώ. Σε αντίθεση με τον αδερφό μου που έκανε μια πολύ όμορφη οικογένεια και 4 παιδιά λεβέντες, τα ανίψια μου, εγώ  είχα πάντα ένα φόβο για τον γάμο. Μόλις δενόμουν με μια κοπέλα, έφευγα. Εκτός από μια φορά. Εκείνη τη μια φορά ήμουν ερωτευμένος με αυτό το κοpίτσι, το ήθελα. Ίσως να γινόταν και γυναίκα μου. Αλλά η μάνα της δεν με ήθελε γιατί είχε άλλα όνειρα για εκείνη. Η κοπέλα τότε, μου έδωσε να καταλάβω πως το ζήτημα ήταν οικονομικό. Εγώ όμως μέσα μου ήξερα πως το ζήτημα ήταν στο παιδί της χήρας, στο ορφανό που δεν ‘θέλαν για γαμπρό τους. Εκείνο το χρόνο πείσμωσα και αποφάσισα να τελειώσω το σχολείο. Έβγαλα το Λύκειο στα 27 μου χρόνια. Το νυχτερινό σχολείο, ήταν το μόνο μέρος που δεν ήμουν ο ορφανός.

Πέρσι έχασα τη μάνα μου. Πρόλαβε και είδε εγγόνια, είδε τα βιβλία που έγραφα, μας είδε να μεγαλώνουμε και να ζούμε φυσιολογικά όπως όλα τα «κανονικά» παιδιά. Τον πατέρα μου δεν τον αναζήτησα ποτέ, προτιμούσα να είμαι ο ορφανός παρά ο γιος του Κώστα. Ντρεπόμουν για εκείνον και θα ντρέπομαι μέχρι να πεθάνω. Βλέπω όμως πόσο καλός πατέρας είναι ο αδερφός μου και ελπίζω, ξέρω. Ξέρω πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι το ίδιο, δεν είναι όλοι το διαζύγιο ή ο θάνατος των γονιών τους. Οι άνθρωποι δεν είναι τα σπίτια τους. Τα σπίτια είναι οι άνθρωποί τους. Εμείς κάνουμε την ευτυχία, εμείς και τη δυστυχία.

Ευχαριστώ τη μάνα μου για το αντριλίκι της να μας προστατέψει σε μια εποχή που η βία ήταν σχεδόν απαραίτητη στο γάμο. Που το παιδί της ζωντοχήρας ήταν σχεδόν απαραίτητος σαν ρόλος για να νιώθουν οι άλλοι καλά με τους κακούς τους γάμους που ήταν χειρότεροι απ΄τους καθόλου. Και μέχρι σήμερα, στα 65 μου, παρατηρώ πως σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει. Οι μεγάλοι έδωσαν την οικογενειακή βία, αντιπαροχή στα παιδιά τους και τα παιδιά τους, την έβαλαν υποθήκη και «προίκισαν» και τα δικά τους παιδιά… Παριστάνουμε τους άνετους για να μην μας πούν ρατσιστές αλλά μέσα μας, σκεφτόμαστε όπως τότε. Το παιδί που δεν είναι μελετηρό και οι γονείς του είναι μαζί, είναι απλά ένας κακός μαθητής. Το παιδί που δεν είναι μελετηρό και ζει με έναν γονιό, είναι όρφανό. Ή το παιδί της ζωντοχήρας. Γι’ αυτό δεν είναι καλός μαθητής. Αυτά τα παιδιά «δεν θα είναι ποτέ καλοί μαθητές» μάνα μου!

Κυριακή Χαριτάκη

singleparent

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ