Ο χρόνος γιατρεύει, σου έμαθαν, αρκεί να είσαι ακόμη ζωντανός.

Υπάρχουν καράβια που κουβαλάνε ψυχές, λένε. Σαν τα ακουμπήσεις στο σώμα τους ακούς ήχους. Δε μαρτυρούν εύκολα τα μυστικά τους. Υπάρχει μια προαιώνια συμφωνία ανάμεσα σε ανθρώπους και θάλασσα. Το πότε σφραγίστηκε και από ποιους, κανείς δεν το θυμάται. Έχει χαθεί στο πέρας του χρόνου ποιος πρωτομίλησε στα κύματα. Μα ο όρκος αυτός βαρύς, άλυτος, δεν πατιέται από κανένα ζωντανό της φύσης. Ακόμα και για αυτούς που δεν έτυχε να τον μάθουν ή δεν τον φοβούνται ισχύει απαράβατος.

Πριν καν γεννηθείς σε τυλίγει στα χέρια του, σε μεγαλώνει με πάθος φυσικό. Σε προετοιμάζει να τον αντιμετωπίσεις από ένστικτο που κυλάει μέσα σου, χαραγμένο στον ίδιο τον κώδικα της Ζωής που θα σε φέρει στο υπαρκτό, από το άυλο μιας ιδέας στην ορμή του υπάρχειν.

Σαν κατανοήσεις τις πρώτες αισθήσεις που σου χάρισε η Φύση τη γεύεσαι με αχόρταγο πνεύμα, την οραματίζεσαι σε μέρη που περιγράφουν τα πρώτα παραμύθια που σου εξιστορούν. Τη μυρίζεις στις πρώτες βροχές της Άνοιξης αλλά δεν μπορείς να την αγγίξεις.

Αυτό το παράπονο θα γίνεται όνειρο και όνειρο ίσως μείνει.

Σε ένα κόσμο που διαρκώς άλλαζε πολύ πριν γεννηθείς εσύ και θα συνεχίζει να αλλάζει όταν και εσύ ο ίδιος θα έχεις ξεχαστεί σαν ανάμνηση μόνο εκείνη μένει αναλλοίωτη, παντοτινή.

Μικρή σχεδόν ασήμαντη η παρουσία μας στο σύμπαν, κόκκος στην άμμο σε λιβαδίσια ακρογιαλιά, μα μπορεί εκείνη να σε κάνει το πιο σημαντικό μέρος της πλάσης σαν την κατακτήσεις . Πριν κατακτηθείς και εσύ.

Δε ρώτησε ποτέ τι χρώμα έχεις, μα το δέρμα σου σε έκανε διαφορετικό. Δεν κοίταξε ποτέ με ανθρώπινα μάτια μα άνθρωποι βγάλανε τα μάτια αδερφών στο όνομα της. Δεν έχει τιμή μα ο πλούτος προσπάθησε και θα προσπαθεί να την εξαγοράσει. Δεν έχει όνομα γιατί έχει το όνομα σου.

Σε ακολουθεί σαν σκιά , ακόμα και όταν έχει συννεφιάσει. Νικάει τον ήλιο , σου καίει το είναι μα αφήνει το περιτύλιγμα σου άθικτο στα μάτια των πολλών, που ποτέ δεν έμαθαν να διακρίνουν.

Σε βρέχει σε άγονες έρημους με σταγόνες που κυλούν ξεπλένοντας το χαμόγελό σου.

Φυσά λυσσασμένα και σε κάνει σαν στάχτη να στροβιλίζεσαι στο πουθενά, μα σαν αρπάξει φωτιά μέσα σου νικάς όλα τα στοιχεία της Φύσης. Γίνεσαι ανίκητος, μπορείς τα πάντα, γιατί στο πάντα κρύβεται εκείνη.

Της χρωστάς τις πιο μαγικές ζωντανές στιγμές σου. Εκείνες τις ελάχιστες φορές που νιώθεις το αίμα σου να επαναστατεί, που η σκέψη σου γεμίζει με αρώματα, σκέψεις , λουλούδια. Που νιώθεις το κέντρο του κόσμου σε ένα κόσμο που υπάρχετε εσείς οι δύο. Ονειρεύεσαι και κάποιες φορές τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα. Μα ξεχνάς πως και οι εφιάλτες όνειρα είναι.

Ζεις το πάθος το ανομολόγητο, το μοναδικό. Ρουφάς τη ζωή και δε σε νοιάζει ο χρόνος. Κάθε φυσική έννοια έχει αλλοιωθεί δίπλα της. Μετράει διαφορετικά πια η ζωή τις διαστάσεις της. Σέρνεσαι σαν νεαρό φύλλο στον άνεμο υποταγμένος στο αγέρι των επιθυμιών της.

Ο χώρος άδειος χωρίς το άγγιγμα της. Ακόμα και όταν βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο σε σκιάζει η μοναξιά. Μόνο σαν το σώμα σου κολλήσει στο δικό της νιώθεις ασφαλής, ολόκληρος. Σαν το καΐκι που αν δε δέσει στην προκυμαία είναι ευάλωτο στο ξαφνικό χτύπημα της υγρής εpωμένης του Ποσειδώνα.

Ο χρόνος σε μαστιγώνει με χτυπήματα που κουρσεύουν την ψυχή σου. Δεν έχεις τη δύναμη να σηκωθείς, να σταθείς στα πόδια σου. Ανίκανος, νικημένος, κάθεσαι με τα μάτια κλειστά και συλλογιέσαι, επιθυμείς , δικάζεις τον εαυτό σου. Θες να τρέξεις να κρυφτείς από εκείνη αλλά πάλι καταλήγεις να κρύβεσαι από εσένα, από το μνημονικό σου.

Ο χρόνος γιατρεύει σου έμαθαν.

Μα η γιατρειά είναι για όσους είναι ακόμα ζωντανοί.

Του συγγραφέα Αντώνη Γάκη

Πηγή:anapnoes.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ