Εκείνοι που μένουν μαζί από επιλογή κι όχι από ανάγκη.

Είχαν κάνει μεγάλο κόπο γι’ αυτή τη σχέση.
Είχαν περάσει Συμπληγάδες, είχαν παλέψει με αποστάσεις, Σειρήνες και Δαίμονες.
Με εκείνα τα στοιχειά που ο καθένας μας κρύβει μέσα του.
Ανασφάλειες, φοβίες, παρορμήσεις.
Με ένα χαρακτήρα που είχαν προλάβει να φτιάξουν πριν τα φέρει ο χρόνος και συναντηθούν. Πριν επιτευχθεί εκείνο το μαγικό συνταίριασμα που ένωσε τις πορείες τους. Τα κοινά και κυρίως τα αντίθετα τους.

Και πάλεψαν.
Πάλεψαν με όσα τους ήθελαν χώρια.
Με στάσεις ζωής που είχαν διαμορφώσει διαφορετικές.
Με φιλοσοφίες περί των ανθρώπων και των πραγμάτων που ήταν αλλιώτικες.
Εκείνος πολέμησε την υπερβολική του χαλαρότητα. Όλα όσα τον ήθελαν να μην υπολογίζει τίποτα. Φουλ στην παρόρμηση και στην τελευταία στιγμή. Στα απρογραμμάτιστα που για εκείνον είχαν την ομορφιά.
Να τον άφηναν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη ονειρευόταν. Να μάζευε ήλιο, πίνοντας μπύρες. Αυτό το όνειρο του.
Δεν ήταν τεμπέλης, μην τα μπερδεύεις. Ήταν ο πιο έξυπνος και δημιουργικός άνθρωπος που είχε γνωρίσει. Ο πιο άξιος. Μα και ο πιο χαλαρός.

Εκείνη πάλι τα ήθελε όλα σε κουτάκια. Σε ωρολόγιο πρόγραμμα…
Έτσι την είχαν μάθει, έτσι το νόμιζε σωστό. Μέχρι που ήρθε εκείνος. Και για την αγάπη του τα άλλαξε. Τα άφησε ατακτοποίητα, μπερδεμένα, απρογραμμάτιστα.
Κι όσο κι αν την ξένιζε, της άρεσε που τα κατάφερναν.
Και δεν ήταν κάτι που τράβηξαν από τα μαλλιά. Σαν εκείνες τις σχέσεις που ακούς, τις αταίριαστες που δεν ξέρεις γιατί μένουν μαζί.
Εκείνη ήξερε γιατί ήταν μαζί του. Κι αυτός επίσης.
Κι είχαν πολλούς λόγους. Και κάθε μέρα έβρισκαν και καινούριους. Που δε φαντάζονταν πως υπήρχαν αλλά εκείνοι εμφανίζονταν και τους έδεναν περισσότερο.
Κι έτσι ήταν ήρεμοι. Χαλαροί κι ευτυχισμένοι.
Εκτός κι αν ξεσπούσε πόλεμος.
Ήταν εκείνες οι ώρες που η υπερβολική του χαλαρότητα έπαιρνε στο δικό της οργανωμένο κεφάλι άλλες διαστάσεις. Σενάρια πες καλύτερα. Αληθοφανή κι απελπιστικά.
Ήταν εκείνες οι ώρες που πίστευε πως δεν τη σεβόταν. Πως δεν την υπολόγιζε όπως έπρεπε. Κι αυτός βουτηγμένος στη χαλαρότητα δεν το σκεφτόταν. Δεν το έκανε με πρόθεση, αλλά το έκανε.
Της ξυπνούσε τους εφιάλτες της.
Ανασφάλειες ενός γυναικείου μυαλού. Οικείες φοβίες που τρυπώνουν μέσα μας και δε φεύγουν.
Αυτή όμως ήθελε και να τη σέβεται. Ήθελε και την αγάπη του. Τα ήθελε όλα του.
Γι’ αυτό πονούσε.
Δε θύμωνε. Δε φώναζε.
Είχε από καιρό πάψει να φωνάζει, μέσα στα πλαίσια της αλλαγής που έκανε για εκείνον. Για τους δυο τους…
Μόνο λυπόταν.
Μια μαχαιριά στην καρδιά κι ένα σφίξιμο που δεν το πάλευε. Και ξεσπούσε σε δάκρυα.
Δάκρυα λύπης, απόγνωσης, έpωτα.
Δάκρυα που ήξερε πως τον πληγώνουν αλλά δεν μπορούσε να τα σταματήσει.
Παρόλο που δεν ήθελε να τον στενοχωρεί, ήταν πάνω από τις δυνάμεις της να του κρυφτεί.
Πως θα μπορούσε, άλλωστε, όταν το μεγάλο κλειδί αυτής της σχέσης ήταν από την αρχή η ειλικρίνεια;

Κόμπος…
Μπέρδεμα ο έpωτας, μπέρδεμα τα μπερδέματα του.
Μα όλα λύνονται. Κι αν δεν λύνονται κόβονται.
Μα εκείνοι ήταν έξυπνοι και οι δύο. Κι αγαπούσαν τους γρίφους και τη λύση τους.
Δεν τα είχαν φτιάξει με την προοπτική να χωρίσουν. Οι σχέσεις δε φτιάχτηκαν αρμονικές. Μπορούν, όμως, να γίνουν.
Ο άνθρωπος μαθαίνει εύκολα το “εγώ”. Το “μαζί”, όμως, θέλει πάλεμα. Θέλει κόπο, κουράγια και υποχωρήσεις.
Όσο κι αν έπαιρνε, εκείνοι θα έβρισκαν τις ισορροπίες τους. Γιατί πάνω από όλα ήθελαν να είναι μαζί.
Όχι από αδυναμία να βρουν άλλο σύντροφο. Ούτε από φόβο για τη μοναξιά. Μόνο από επιλογή.
Εκεί είναι και το μυστικό.
Να απεξαρτάσαι από την ανάγκη και να δίνεις προβάδισμα στην επιλογή.
Θέλω και είμαι μαζί σου. Και το παλεύουμε μαζί. Για εκείνο το σήμερα και το κάθε αύριο.
Για εκείνο το «μαζί» που νικά πάντα και τα πάντα…

Της Στεύης Τσούτση.

Πηγή:diaforetiko.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ