Μαμά, το μέλλον μου μπάζει από παντού

Ενηλικιώθηκα, μαμά, δεν είμαι πλέον το παιδάκι που έτρεχε στην παιδική χαρά, αύριο δεν έχω σχολείο και ζω μόνη μου τώρα πια. Πήρα με άριστα το πτυχίο μου και ξέρω πόσο περήφανη σε έκανε αυτό, αλλά μαμά, το μέλλον μου μπάζει από παντού και φοβάμαι.

Μαμά, τα πράγματα δεν είναι όπως τα θυμάσαι, δεν υπάρχει ανθρωπιά, οι άνθρωποι δεν έχουν καλοσύνη πλέον, δεν αγαπάνε, λένε ψέματα, σε αδικούν, σε ποδοπατάνε κι εσύ δεν μπορείς να με προστατεύσεις από δαύτους. Ο κόσμος είναι σκληρός κι άδικος και εγώ δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη γι’ αυτόν, δεν ξέρω αν είμαι έτοιμη να σου αφήσω το χέρι και να παλέψω μόνη μου. Πέρα απ’ την πόρτα του σπιτιού σου, μαμά, επικρατεί κακία. Τους καλούς, μαμά, τους κατασπαράζουν. Μεταφράζουν την καλοσύνη σε αδυναμία και σε εκμεταλλεύονται.

Μαμά, εσύ μου μίλησες για αγάπη κι αυτοί μου μίλησαν για ατομικισμό, εσύ μου έμαθες να προσπαθώ και να αγωνίζομαι ενώ αυτοί με ωθούν στον εύκολο δρόμο, εσύ μου είπες να δέχομαι τη διαφορετικότητα κι αυτοί είναι ρατσιστές, με παρότρυνες να βοηθάω αυτούς που με έχουν ανάγκη ενώ αυτοί μου μίλησαν για εκμετάλλευση και πάνω από όλα μου μίλησες για σεβασμό ενώ αυτοί μου μίλησαν για περιφρόνηση.

Μεγάλωσα, μαμά, και το μέλλον μου φαντάζει δυσοίωνο. Σε θυμάμαι όταν ήμουν παιδάκι να μου φωνάζεις και να μου λες να διαβάζω για να μπω στο πανεπιστήμιο και να έχω ένα καλύτερο μέλλον. Θυμάμαι να με τρέχεις στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών για μια καλύτερη ευκαιρία για δουλεία. Εγώ, μαμά, τα κατάφερα, μπήκα στο πανεπιστήμιο, πήρα το πτυχίο αγγλικών μου, έμαθα και γερμανικά -αν και δεν το ήθελα. Παρ’ όλα αυτά, η καλύτερη ευκαιρία που μου έλεγες, δε μου δόθηκε. Και συμβιβάζομαι, μαμά, και δουλεύω όπου να ‘ ναι και το πτυχίο μου κανείς δεν το υπολογίζει.

Ξέρεις πώς μας αποκαλούν, μαμά; Η κατεστραμμένη γενιά, και τώρα το βλέπω κι εγώ. Βλέπω φίλους μου να κάνουν δύο δουλειές και να μην τα καταφέρνουν, βλέπω φίλους μου να δουλεύουν και να μην πληρώνονται, βλέπω ανθρώπους νέους με μυαλό ξυράφι να δουλεύουν -στην καλύτερη- σε κάτι άσχετο απ’ το στοιχείο τους. Μας κλέβουν τα όνειρα, μαμά, μέσα απ’ τα χέρια μας. Μας κλέβουν την ελπίδα.

Φοβάμαι, μαμά. Εσύ προσπαθούσες να φτιάξεις ένα καλύτερο κόσμο για εμένα κι αυτοί τον κατέστρεψαν. Βγήκα σε μια κατεστραμμένη κοινωνία, σε μια κοινωνία που το μεγαλύτερο πρόβλημά της είναι πώς θα βγάλει περισσότερα λεφτά. Ακούω συνέχεια για αυτή την οικονομική κρίση, αλλά η μόνη κρίση που βλέπω εγώ είναι αυτή στις αξίες. Βλέπω ανθρώπους να ζητιανεύουν, ανθρώπους να πονάνε και να παλεύουν να ζήσουν κι εγώ δεν ήμουν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο.

Κι όλοι με διώχνουν, μαμά, μου λένε να φύγω για να έχω ένα καλύτερο μέλλον, μια καλύτερη ζωή, αλλά εγώ δε θέλω να φύγω. Πώς να σε αφήσω πίσω μου κι εσένα και την πατρίδα μου; Μαμά, θα μείνω. Θα μείνω και θα παλέψω για το μέλλον μου, όπως ήθελες εσύ πάντα να κάνω. Θα τον φτιάξω εγώ τον κόσμο αν χρειαστεί.

Ονειρεύομαι ακόμα, στοχεύω ψηλά, όπως μου έλεγες να κάνω και πολλοί με θεωρούν χαζή που μέσα σε μια τέτοια κοινωνία όπου επικρατεί αναξιοκρατία, εγώ ελπίζω για ένα καλύτερο μέλλον. Αλλά εσύ πιστεύεις σε μένα, μαμά, και σε ευχαριστώ, γι’ αυτό κι εγώ θα τα καταφέρω. Γιατί το να είσαι περήφανη εσύ, για μένα είναι η καλύτερη ανταμοιβή.

Αλλά εσύ, μαμά μη φοβάσαι, γιατί εσύ ήσουν ο καλύτερος δάσκαλος από όλους. Μου έμαθες να στηρίζομαι στα πόδια μου, να βαδίζω περήφανη και να πιστεύω στον εαυτό μου. Μου έμαθες να παλεύω για αυτά που πιστεύω, να αγωνίζομαι για αυτά που θέλω και να μην επιτρέπω σε κανένα να μου μπαίνει εμπόδιο και να μου κόβει τα φτερά. Και πάνω από όλα, μαμά, σε ευχαριστώ που μου έμαθες να μην εγκαταλείπω ποτέ. Όλα όσα είμαι ή ελπίζω να γίνω, τα οφείλω σε σένα.

Επιμέλεια Κειμένου Δέσποινας Τάμπου: Πωλίνα Πανέρη

Πηγή:pillowfights.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ