Όταν συνηθίσεις την απουσία είναι πια αργά

Είστε μαζί μα πάλι λείπει. Λείπει το Σαββατόβραδο γιατί έχει να βγει με φίλους, λείπει τις Τετάρτες και δεν πάτε μαζί στο σινεμά, λείπει και την Τρίτη που είχες τις μαύρες σου κι ήθελες να αράξετε μαζί στον καναπέ σου. Λείπει συνεχώς ενώ θα μπορούσε να είναι εκεί. Αν ήθελε, μπορούσε.

Σαν να έχεις πάψει να είσαι προτεραιότητα. Σαν να μην καίγεται όπως πρώτα. Σαν να χάθηκε λιγάκι απ’ τη μαγεία της αρχής σας και να μη χρειάζεται πια η τόση επαφή εκείνη που κάποτε με δυσκολία μπορούσατε να απαρνηθείτε. Βαρεθήκατε ο ένας τον άλλο; Όχι, όχι, αποκλείεται. Σας διέλυσε κι εσάς η ρουτίνα; Χρειάζεται λίγο αέρα; Γίνεται κανείς στον έpωτα να χρειάζεται διάλειμμα; Κι αν ναι, διάλειμμα κάθε πόσο και για πόσο;

Θα βγείτε για κανένα καφέ, θα βρεθείτε και λιγάκι, θα πάτε και για ένα ποτό. Όμως συχνότερα περνάτε χρόνο χωριστά, οι ζωές σας είναι σχεδόν πορείες αντίθετες. Οι παρέες, οι συνήθειες, οι έξοδοι. Πιο συχνά γελάτε χώρια παρά κοιτώντας ο ένας τον άλλο. Κι αναρωτιέσαι αν αυτό υφίσταται στον έpωτα, γιατί πάντως καλό δε σου μοιάζει. Δε σε γεμίζει, δε σου ταιριάζει.

Άρχισαν οι φίλοι να γεμίζουν τα κενά της απουσίας. Να παίρνουν ισχυρότερη θέση στο πρόγραμμά σου. Να μοιράζονται περισσότερη καθημερινότητά σου με εσένα από αυτή που ήθελες να αφιερώσεις απλόχερα σε εκείνον ή εκείνη. Άλλοι βλέπουν το καλό σου χαμόγελο, τον αστραφτερό σου εαυτό για το Σαββατόβραδο και το νωχελικό Κυριακάτικο. Περνάνε οι στιγμές και δε σας βρίσκουν αγκαλιά, χέρι με χέρι.

Έχεις αρχίσει να νιώθεις δυσφορία απ’ τη μοναξιά. Το κενό όχι απλά υπάρχει, αλλά έχει αρχίσει να γεμίζει. Κι αυτό είναι χειρότερο απ’ το απλά να υπήρχε. Καθώς ήταν χώρος για τον άνθρωπο που αγάπησες, που θέλησες με όλο το είναι του κορμιού σου, που πόθησες, που ένιωσες, που νοιάστηκες. Δεν ήταν τρύπα που έπρεπε να κλείσει με φιλικές συναντήσεις, με αδιάφορα ξενύχτια και ποτά.

Τρομάζεις που πλέον συνήθισες. Μα δε γυρίζει τώρα πίσω. Προσπάθησες, ικέτεψες για προσοχή, έκανες και θυσίες. Μα το κενό έμεινε εκεί να ψευτογεμίζει. Η καθημερινότητα ξεκίνησε να απλώνει ρίζες πάνω σε διαφορετικό έδαφος από εκείνο που ευχόσουν κι όσο περνούσε ο καιρός τόσο βάθαιναν οι ρίζες. Και να που τώρα δε γίνεται να τις ξεριζώσεις και να αρχίσεις απ’ την αρχή να σπείρεις όνειρα κι ελπίδες. Ο χώρος καταλήφθηκε.

Είπες στον εαυτό σου πως δεν πάει άλλο. Πως κουράστηκες. Πως σε εξουθένωσε η ιδέα ότι δεν είσαι μέσα στα «θέλω» του ανθρώπου σου για να γίνουν και «μπορώ». Κι απογοητευμένος κλείνεις την πόρτα σε αυτή την άδοξη ιστορία. Αφού μόνος σου κλαις μόνος σου και θα γελάς. Αφού μόνος πορεύεσαι δε χρειάζεσαι δευτεραγωνιστές. Δεν έχεις χρόνο να σπαταλάς θλιμμένος επειδή κάποιος δε σε διαλέγει την ίδια στιγμή που εσύ τον θέλησες διακαώς.

Εσύ που πάντα έλειπες. Εσύ που πίστεψες πως αυτό δεν πειράζει. Εσύ που δεν έθεσες τον άνθρωπό σου προτεραιότητα. Εσύ τον έδιωξες. Δεν έφυγε απλά. Γιατί τον ανάγκασες να ζει με την απουσία σου. Τον έθισες στο λίγο. Του άνοιξες ένα κενό και τον ανάγκασες να το γεμίσει με άλλους παρά με εσένα. Τώρα γιατί εκπλήσσεσαι που πια δεν τον έχεις;

Συντάκτης: Φένια Σκαρλά
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Πηγή: pillowfights.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ