Η γυναίκα μου πέθαινε και δεν το είπαμε στα παιδιά παρά μόνο λίγο πριν το τέλος

Αποφασίσαμε από την αρχή να μην το πούμε στα παιδιά. Η γυναίκα μου ήξερε πως αν οι τρεις κόρες μας μάθαιναν ότι η μαμά τους έχει μόνο τρεις μήνες ζωής θα άρχιζαν να μετράνε αντίστροφα.

Δεν θα μπορούσαν να χαρούν το σχολείο, τις φίλες τους ή τα πάρτι γενεθλίων, στα οποία ήταν καλεσμένες.

Θα έδιναν όλη την προσοχή τους στη μαμά τους – αν κοιμήθηκε, αν έφαγε, αν σηκώθηκε, αν πήγε στην τουαλέτα. Η γυναίκα μου ήθελε οι κόρες μας να παραμείνουν παιδιά: ζωηρά, χαρούμενα και ανέμελα, όπως δηλαδή είναι κάθε μέρα.

Η γυναίκα μου ήταν η πρώτη και η τελευταία σχέση που έκανα. Γνωριστήκαμε τον Οκτώβριο του 1997 σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Ποτέ δεν ήμουν καλός με τις γυναίκες. Δεν ήξερα πώς να τις προσεγγίσω και από το άγχος μου απαντούσα συνήθως μονολεκτικά. Μετά τον αγώνα πήγαμε όλοι μαζί παρέα σε ένα μπαρ και θυμάμαι πως γύρισα σπίτι κρατώντας μία χαρτοπετσέτα πάνω στην οποία είχα γράψει κάποια πράγματα για εκείνη: όμορφη, αστεία, σeξι, διασκεδαστική, λαμπερή, εντυπωσιακή…

Ένα μήνα αργότερα βρήκα το θάρρος και το κουράγιο και την πήρα τηλέφωνο στο σταθερό γιατί τότε κινητά δεν υπήρχαν. Αυτό το τηλεφώνημα έμελλε να είναι η αρχή της κοινής μας πορείας.

Αν με ρωτούσατε τη μέρα του γάμου μας, ήξερα ακριβώς να σας περιγράψω πώς θα ήταν η ζωή μας: θα περπατούσαμε πάντα και παντού πιασμένοι χεράκι-χεράκι, θα κάναμε τις εκδρομές μας μαζί με τα παιδιά μας και θα χορεύαμε και θα τραγουδούσαμε όσο πιο συχνά μπορούσαμε. Η ασθένεια της δεν ήταν στα σχέδιά μας.

Το 2009 ο γυναικολόγος της γυναίκας μου την πήρε τηλέφωνο για να της πει ότι κάτι περίεργο έβλεπε στη μαστογραφία που είχε κάνει. Υπήρχε κάποιος όγκος, αλλά ήταν ακόμα σε πρώιμο στάδιο. Αυτό που φοβόμασταν πιο πολύ απ’ όλα ήταν η κληρονομικότητα που υπήρχε στην οικογένειά της. Όταν τελικά οι φόβοι μας επιβεβαιώθηκαν και η βιοψία έδειξε ότι πρόκειται για καρκίνο του μαστού και μάλιστα επιθετικό προχωρήσαμε σε διπλή μαστεκτομή και αφαίρεση των ωοθηκών, ενώ χρειάστηκαν οκτώ κύκλοι χημειοθεραπείας για να αντιμετωπίσει τον καρκίνο που βρέθηκε στους λεμφαδένες της.

Τα παιδιά μας τότε ήταν 8,9 και 11 ετών και παρά το γεγονός ότι ήταν σε μία ηλικία που μπορούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε (η περούκα της γυναίκας μου δεν ήταν κάτι που μπορούσε να μείνει κρυφό) δεν τους είπαμε ποτέ την αλήθεια για τη σοβαρότητα της κατάστασης της μαμάς τους. Η μητέρα τους έπασχε από καρκίνο και μάλιστα καλπάζοντα και η ζωή της κρεμόταν από μία κλωστή. Η γιατρός της ήταν κάθετη: ζήστε τους επόμενους τρεις μήνες όσο καλύτερα μπορείτε.

Προσπάθησα όσο μπορούσα να ελαφρύνω την κατάσταση κάνοντάς της αστεία και μπορώ να πω ότι είμαι ευτυχής που ανταποκρινόταν.

Θυμάμαι ότι μου έλεγε «Δεν ξέρω τι φοβάμαι περισσότερο. Το θάνατο ή που θα μείνεις μόνος με τρία παιδιά;».

Κάτι μου λέει πως φοβόταν περισσότερο το δεύτερο παρά το πρώτο. Αν υπήρχε κάτι που την κρατούσε στη ζωή, αυτά ήταν τα παιδιά μας.

Γιορτάσαμε όσο δεν έχουμε γιορτάσει ποτέ την ημέρα που βγήκαν οι πρώτες καθαρές της εξετάσεις. Όταν ο καρκίνος επέστρεψε δύο χρόνια αργότερα, το είπαμε μόνο στους γονείς και στα αδέρφια μας. Δεν θέλαμε να το μάθει κανείς άλλος και ειδικά τα παιδιά. Δεν ειδοποιήσαμε ποτέ φίλους και μακρινούς συγγενείς. Ήταν ένα μυστικό που έπρεπε να φυλάξουμε μην τύχει και μαθευτεί τίποτα στα κοpίτσια. Δεν θέλαμε να τους στερήσουμε τη σταθερότητα από τη ζωή τους. Έπρεπε να συνεχίσουν να είναι παιδιά ασχέτως του πώς θα έρχονταν τα πράγματα.

Κάποιοι ίσως να μη συμφωνούν μαζί μας και να πιστεύουν πως πήραμε λάθος απόφαση που δεν είπαμε στα κοpίτσια την αλήθεια. Ήταν παιδιά μας άρα είχαν κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν. Η γυναίκα μου όμως δεν ήθελε να ξέρουν. Δεν τους είπαμε ψέματα, αλλά δεν τους είπαμε και την αλήθεια. Συμφωνώ πως είχαν κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν, είχαν όμως και κάθε δικαίωμα να διαφυλάξουν την παιδικότητα και την αθωότητά τους.

Κάναμε τα πάντα υπό άκρα μυστικότητα. Ακόμα και όταν χρειάστηκε να έρθει γιατρός στο σπίτι, ερχόταν αργά το βράδυ όταν τα κοpίτσια είχαν ήδη πέσει για ύπνο. Όποτε χρειαζόταν να πάμε εμείς στο νοσοκομείο, αφήναμε τα παιδιά στους γονείς μου και τους λέγαμε ότι πάμε για ψώνια.

Παρά την κόπωση και τη ναυτία από τις χημειοθεραπείες συνέχιζε να πηγαίνει για τρέξιμο και για να μην χάσει το μυαλό της και για να βλέπουν τα παιδιά μας ότι εξακολουθούσε να είναι υγιής και δυνατή.

Όταν χρειάστηκε να χειρουργηθεί στο λαιμό για να της αφαιρεθεί ένας καρκινικός όγκος που βρέθηκε στο λάρυγγα, είπαμε στους φίλους μας ότι είχε πρόβλημα με το θυρεοειδή της. Όταν οι όγκοι άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και να φαίνονται κάτω από το δέρμα της, φορούσε κασκόλ ακόμα και με καλό καιρό. Τα κοpίτσια την κοιτούσαν και απορούσαν, αλλά εκείνη έβρισκε πάντα τρόπο να δικαιολογεί ακόμα και τα πιο αδικαιολόγητα. Μετά την τελευταία εγχείρηση που είχε κάνει της είχε τοποθετηθεί ένας ειδικός καθετήρας λίγο πιο κάτω από το σημείο που κάνουμε την τραχειοστομία και δίπλα μία «πεταλούδα» καθώς οι φλέβες της είχαν σκληρύνει μετά από τόσα χρόνια ενέσεων και μεταγγίσεων.

Κάναμε ό, τι μπορούσαμε για να αντιμετωπίσουμε την ασθένειά της: τρέξαμε σε ομιλίες, σε διαλέξεις, γίναμε ερευνητές από μόνοι μας, κάναμε γιόγκα, διαλογισμό και χρησιμοποιήσαμε ό, τι ματζούνια βρίσκαμε πάνω στην απελπισία μας.

Ήθελε να ζήσει και το έδειχνε. Είχε σκοπό το τρίμηνο αυτό που της έδιναν οι γιατροί να το πολλαπλασιάσει, να το κάνει εξάμηνο, αν όχι χρόνο. Και τα κατάφερε. Στατιστικά διέψευσε όλους τους γιατρούς.

Παρά τα προβλήματά μας προσπαθήσαμε και βρίσκαμε χρόνο για τον εαυτό μας. Πηγαίναμε μαζί για περπάτημα, βγαίναμε ραντεβού όπως παλιά, κάναμε μαζί μπάνιο.

Δεν μπορούσαμε παρά να είμαστε αισιόδοξοι. Παρά τις αλλεπάλληλες μεταστάσεις η θεραπεία πήγαινε καλά και οι γιατροί μας έλεγαν ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Δεν έφυγα λεπτό από κοντά της. Κάθε φορά που έχανε την αισιοδοξία της και «έπεφτε» ψυχολογικά ήμουν δίπλα της να προσπαθώ να της δώσω κουράγιο να κάνει μία ακόμα ένεση, μια ακόμα εξέταση ή ακόμα χειρότερα μία ακόμα εγχείρηση. Μου χαμογελούσε όσο μπορούσε και δεν παραπονέθηκε ποτέ «Γιατί σε μένα». Η αγάπη μας και η αγάπη για τα παιδιά μας, μας έδωσε μεγάλη δύναμη και κουράγιο.

Κάθε έξι εβδομάδες έκανε μία μεγάλη σειρά εξετάσεων. Δυστυχώς οι τελευταίες που έκανε δεν ήταν καλές. Δεν μπορούσαμε πλέον παρά να μιλήσουμε στα παιδιά. Οι ελπίδες μας στέρευαν και έπρεπε να είναι προετοιμασμένα.

Έζησε επτά ολόκληρα χρόνια με τον καρκίνο. Κατάφερε να προσφέρει στην οικογένειά μας μία καθημερινότητα σαν αυτή όλων των άλλων οικογενειών. Ήταν πάντα κοντά μας και δεν στέρησε από τα παιδιά λεπτό από την παιδικότητά τους. Αποφύγαμε όσο μπορούσαμε τις ατελείωτες ερωτήσεις, τη λύπηση των άλλων και τα κουτσομπολιά.

Δεν σταμάτησε ποτέ τις χημειοθεραπείες. Στο τέλος όμως η αρρώστια της τη νίκησε. «Έφυγε» για πάντα από κοντά μας στις 19 Δεκεμβρίου.

Τα κοpίτσια μας μου μιλούν συχνά για τη θυσία της μάνας τους λέγοντάς μου «Καλύτερα που δεν ξέραμε τι περνούσε η μαμά μας. Θα ανησυχούσαμε κάθε μέρα». Έχουν περάσει δύο μήνες από το θάνατό της και εξακολουθούν να μου λένε κάθε μέρα ότι το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να τους κρύψουμε την αλήθεια. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο πολύ τις αγαπάμε και θέλαμε να τις προστατέψουμε.

Οι κόρες μας είναι πλέον 15, 16 και 18 χρονών. Αυτό που ήθελε να πετύχει η μαμά τους το πέτυχε. Με το θάνατο της ανακάλυψαν πόσο δυνατές είναι και πως η αγάπη της μάνας για τα παιδιά της είναι πάνω απ’ όλα.

Η γυναίκα μου είχε προετοιμαστεί από καιρό για τον αποχαιρετισμό με τις κόρες της. Τη θυμάμαι στο κρεβάτι του νοσοκομείου λίγο πριν πεθάνει να τους μιλάει με τα μάτια κλειστά σαν να τους έλεγε παραμύθι. Ήταν ήρεμη και ευγνώμων που κατάφερε και άντεξε τόσο. Εκείνη την ημέρα είπε όσα ήθελε να μας πει και μετά πέθανε.

Κατέρριψε κάθε στατιστική και έζησε όχι τρεις μήνες, αλλά επτά ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική της διάγνωση. Ζήσαμε 21 επετείους, 49 γενέθλια των παιδιών μας, επαίνους στο σχολείο και δύο εισαγωγές στο πανεπιστήμιο σε αντίθεση με άλλους γονείς που δεν προλαβαίνουν ούτε τα μισά. Ήμασταν τυχεροί μέσα στην ατυχία μας. Δυστυχώς δεν έζησε να δει τις κόρες μας να παντρεύονται και να κάνουν δικά τους παιδιά.

Λίγο πριν πεθάνει μου είπε «Συγγνώμη που φεύγω και σε αφήνω μόνο σου. Τα κοpίτσια μεγαλώνουν και θα φύγουν σιγά σιγά από το σπίτι κι εσύ θα μείνεις μόνος σου. Λυπάμαι πολύ».

«Για ποιο λόγο λυπάσαι;», της απάντησα. «Έδωσες νόημα στη ζωή μου. Ένα φιλί σου ήταν για μένα πάντα το μεγαλύτερο δώρο. Πάντα θαύμαζα την αγνότητα και τη δύναμή σου. Η αρρώστια σου ήταν για μένα ένα ταξίδι πάνω σε μαγικό χαλί. Απέδειξες ότι και οι γιατροί κάνουν λάθη. Σε ευχαριστώ που με άφησες να είμαι κοντά σου σε όλη αυτή τη διαδρομή. Τώρα μπορείς πια να ξεκουραστείς παντοτινή μου αγάπη»… Έκλεισε τα ματάκια της και κοιμήθηκε…

[singleparent.gr]

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ