Κουράστηκα να επιμένω σε κάτι τελειωμένο

Ήθελα κάτι να πω. Να βρω δυο ρημάδες λέξεις για αυτά που ένιωθα. Αυτά που τα βράδια με έπνιγαν και το πρωί μου έτρωγαν το μυαλό. Ξέρεις από πόνους της ψυχής; Όχι, δεν είναι σαν αυτούς της κοιλιάς ή της ημικρανίας. Διαφέρουν απ’ τα οργανικά αίτια. Είναι τα ατέλειωτα εσωτερικά «κρακ».

Είναι το απέραντο κενό που νιώθεις μέσα σου. Νεκρός σε ένα ζωντανό κορμί. Αν δεν το ‘χεις νιώσει ποτέ, τότε να ονομάζεις τον εαυτό σου τυχερό.

Ήθελα κάτι να πω για να πάψω να υποφέρω. Λόγια που δε θα πονέσουν, μα θα λυτρώσουν. Κι εμένα κι εσένα. Εγκλωβισμένοι ήμασταν κι οι δύο σε κελί ένα επί δύο και το όνομα της φυλακής μας «δεσμός». Μέχρι κι οι φύλακες, που άκουσα κάποτε να τους φωνάζουν «Συναίσθημα», μας λυπήθηκαν. Πόσο να αντέξουν με δυο ψυχές να ουρλιάζουν από βάσανο δίπλα απ’ το κεφάλι τους; Στα κρυφά, ήρθε ένας μαυροντυμένος, με το όνομα «Απελπισία» να αναγράφεται στο ταμπελάκι καρφιτσωμένο στο πέτο του, και μου έδωσε το κλειδί της ελευθερίας. Ξέρεις, καμάρι μου, τι έγραφε στο μπρελόκ; «Χωρισμός!» Αυτή ήταν η δική μας ελευθερία.

Ήθελα κάτι να πω για να πάψω να ‘χω αυταπάτες. Πάλευα με τους δαίμονές μου βδομάδες και μήνες. Δεν ήθελα να ‘μαι εγώ αυτή που θα ρίξει αυλαία. Λες κι ο νους μου επίτηδες πήγαινε στις πρώτες μας επαφές. Τότε που πίστευα πως είσαι η καρδιά μου κι αν πάψεις να υπάρχεις, θα πάψω να ζω. Για δες μας, όμως, μάτια μου. Στη μια γωνία εγώ και στην άλλη εσύ. Πρόσωπο με πρόσωπο, έτοιμοι να δώσουμε τη μεγαλύτερή μας μάχη. Αυτή που είναι καθοριστική.

Ήθελα κάτι να πω για να πάψω να σκέφτομαι. Τα κλειδιά τα κρατάω σφιχτά στο χέρι μου μα δεν ξεκλειδώνω. Για μια στιγμή θέλω να τα πετάξω μακριά και να χωθώ στην αγκαλιά σου. Να μου ψελλίσεις λόγια αγάπης και να με καθησυχάσεις με το φιλί σου. Το κάνω, μωρό μου. Ίσως τα κλειδιά να τα κρατάω ακόμα, μα σε πλησιάζω. Τίποτα, όμως, δεν είναι ίδιο, κι αυτό με τρομάζει. Το φιλί σου πάγωσε και το χάδι σου με αναστατώνει. Άλλαξες εσύ ή άλλαξα εγώ; Ποιος είναι ικανός να μου λύσει την απορία;

Ήθελα κάτι να πω για να πάψω να αισθάνομαι. Τα κλειδιά είναι ακόμα στο χέρι μου. Τα κρατάω τόσο σφιχτά που νιώθω την κοφτερή τους άκρη να μου σκίζει το δέρμα. Το αίμα μου καυτό κυλάει και στραγγίζει στο λερωμένο πάτωμα. Για πόσο ακόμα θα τα κρύβω; Ένα ζευγάρι κλειδιά που με κάνει να αιμορραγώ κι όμως, δεν τα αφήνω.

Φοβάμαι να φύγω από κοντά σου. Για έμενα είσαι το λιμάνι μου. Αραγμένη στο πλάι σου βρίσκομαι και δε με απειλεί κανείς. Τα νερά σου, όμως, αγρίεψαν κι εγώ δεν είμαι σίγουρη πως θα μπορώ να μείνω άλλο σταθερή. Απ’ τη μία τρέμω να βγω στα ανοιχτά κι απ’ την άλλη νιώθω μια απέραντη ανακούφιση. Φταίει που δεν έμαθα να πατάω στα πόδια μου ή μήπως είναι, τελικά, που πατάω στα πόδια μου κι αυτό φταίει;

Ήθελα κάτι να πω για να πάψω να μιλάω στον εαυτό μου. Κουράστηκα να κάνω συζητήσεις μόνη μου για το ποιο είναι το καλό μου και ποιο το κακό μου. Κουράστηκα να επιμένω σε κάτι που έχει τελειώσει κι εσύ να μη με βοηθάς. Χάνω τα λογικά μου! Μη με κοιτάζεις άλλο άπραγος. Φύγε πρώτος εσύ. Γιατί δεν το κάνεις; Επιμένεις να με βασανίζεις. Αφού δε σε αγαπώ. Ή μήπως σε αγαπώ υπερβολικά για να κάνω το πρώτο βήμα εγώ; Κουλουριάζομαι στη γωνιά μου. Στην αγαπημένη μου γωνιά που έμαθε να με ακούει. Να μου σκουπίζει τα δάκρυα και να γελά με τα αστεία μου.

Ήθελα κάτι να πω για να πάψω να υπάρχω. Ο φύλακας με το ταμπελάκι αυτή τη φορά να γράφει «Θλίψη» έρχεται προς το μέρος μου δίνοντάς μου έναν επίδεσμο. Το χέρι μου αιμορραγεί, μα εγώ δε χρειάζομαι βοήθεια. Του γυρίζω την πλάτη για να φύγει, μα για χάρη μου σηκώνεσαι εσύ. Μισώ που με νοιάζεσαι ακόμα. Δε χρειάζομαι ιπποτισμούς και πράξεις ελεημοσύνης. Εσύ με έφερες σε αυτή την κατάσταση!

Ήθελα κάτι να πω για πάψω να παραλογίζομαι. Είμαι σίγουρη πως η ψυχική μου υγεία διαταράσσεται. Νιώθω χέρια να με πνίγουν μέσα στον ύπνο μου. Νιώθω την ανάσα μου να κόβεται απότομα σε κάθε σκέψη. Χάνομαι κι εσύ δεν καταπατάς τον εγωισμό σου για να με σώσεις. Στέκεσαι ακόμα στη γωνιά σου σώος κι αβλαβής, για να φανείς εσύ το θύμα. Η φυλακή μέρα με την ημέρα στενεύει και το κελί μας, αντί να μας φέρει πιο κοντά, μας πνίγει από ασφυξία.

Ήθελα κάτι να πω, μα ποτέ δεν το είπα. Νέκρωσα από συναίσθημα κι έμεινα κενή επιμένοντας σε ένα λάθος. Ξέρεις πώς είναι να πεθαίνεις ενώ είσαι ζωντανός; Αν δεν το ξέρεις, να ονομάζεις τον εαυτό σου τυχερό.

Συντάκτης: Σοφία Κελγιώργη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη

Πηγή: pillowfights.gr

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ