“Και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι”

Της Στεύης Τσούτση.

Οι στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη μας θυμίζουν τον επαναστάτη ποιητή, της εξορίας, του αγώνα και του έpωτα. Κυρίως αυτού. Καθώς φεύγοντας, άφησε πίσω του, κληρονομιά σε κάθε ερωτοχτυπημένο, κάποιο στίχο που να νιώθει πως μιλά γι’ αυτόν. Πως γράφτηκε λες κι ήξερε τον καημό, την ιστορία, το όνομά του.

Κι απομείναμε ακόμη και σήμερα, να μιλάμε για τον έpωτά μας, μπλέκοντας στα λόγια μας στίχους δικούς του. Πολυδιαβασμένους, αποστηθισμένους κι αδιαπραγμάτευτους:

«Ναι αγαπημένη μου, ἐμεῖς γι αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι. Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔpωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε».

…………………………………………………………………

«Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα, θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου. Θὰ θυμᾶμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα, σὰ δύο νύχτες ἔpωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο. Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ»

………………………………………………………………

«Κάθισε εδώ κοντά μου, μου `λειψες ξαφνικά

Έτσι όπως πέφτει ο ήλιος, χτυπάει η μοναξιά

Μείνε λιγάκι ακόμα, κάτι έχω να σου πω

Να πάρει ο αέρας χρώμα

…………………………………………………………….

«καὶ σμίγουν καὶ χωρίζουν οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν παίρνει τίποτα ὁ ἕνας ἀπ᾿ τὸν ἄλλον. Γιατί ὁ ἔpωτας εἶναι ὁ πιὸ δύσκολος δρόμος νὰ γνωριστοῦν. Γιατί οἱ ἄνθρωποι, σύντροφε, ζοῦν ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποῦ βρίσκουν μιὰ θέση στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.

Καὶ τότε κατάλαβες γιατί οἱ ἀπελπισμένοι γίνονται οἱ πιὸ καλοὶ ἐπαναστάτες.

Καὶ μένουμε ἀνυπεράσπιστοι ξαφνικά, σὰν ἕνα νικητὴ μπροστὰ στὸ θάνατο ἢ ἕνα νικημένον ἀντίκρυ στὴν αἰωνιότητα…»

Με τόσους κι άλλους τόσους στίχους τον μνημονεύουμε κάθε μέρα που περνά. Γιατί στους ανθρώπους που μιλούν μέσα μας, δεν αρμόζουν μήτε τρισάγια, μήτε μνημόσυνα. Μόνο μια σταλιά τόπος μέσα στην καρδιά και τη θύμησή μας. Και κλείνοντας, ας του κάνουμε το χατήρι, να γράψουμε σε τούτο το προσκλητήριο του από το «Αλλού»,  αυτό που εκείνος ζήτησε κάποτε:

«Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: Έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σε ένα αβέβαιο όνειρο».

Πηγή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ