Κηδεία Κώστα Βουτσά: Σε λαϊκό προσκύνημα η σορός του – Πλήθος κόσμου αποχαιρετά τον «αιώνιο έφηβο»

ειδήσεις
Ελλάδα
Σκέψεις

Ο «αιώνιος έφηβος» Κώστας Βουτσάς έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Τετάρτης (26/02), σκορπίζοντας στη θλίψη το πανελλήνιο.

Η σορός του αγαπημένου ηθοποιού έφτασε νωρίς το πρωί της Πέμπτης (27/02) στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών όπου θα παραμείνει έως τις 19:30 το απόγευμα.

Ήδη κόσμος έχει αρχίσει να καταφθάνει στη Μητρόπολη Αθηνών προκειμένου να πει το τελευταίο «αντίο» στον Κώστα Βουτσά.

Κηδεία Κώστα Βουτσά: Σε λαϊκό προσκύνημα η σορός του - Πλήθος κόσμου αποχαιρετά τον «αιώνιο έφηβο» - Εικόνα 2

Την Παρασκευή το τελευταίο «αντίο»

Την Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών θα γίνει η κηδεία του αγαπημένου ηθοποιού Κώστα Βουτσά.

Την παραχώρηση τιμής ένεκεν, τάφου στο Α΄ Νεκροταφείο στην οικογένεια του Κώστα Βουτσά σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για την τεράστια προσφορά του στην Τέχνη και τον Πολιτισμό αποφάσισε ο δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Μπακογιάννης.

Ποιος ήταν ο Κώστας Βουτσάς

Ο Κώστας Βουτσάς (Σαββόπουλος ήταν το οικογενειακό του όνομα) γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1931 στην Αθήνα, σε προσφυγική οικογένεια με καταγωγή από τους Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης, που σήμερα ανήκουν στο έδαφος της Τουρκίας. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του. Ο πατέρας του εργάστηκε ως εργάτης οδοποιΐας κι ο μικρός Κώστας επινόησε διάφορες δουλειές του ποδαριού για επιβίωση. Στα χρόνια της Κατοχής μοίραζε προκηρύξεις στους κινηματογράφους μαζί με άλλα «Αετόπουλα» της ΕΠΟΝ.

Μετά τον πόλεμο, ασχολήθηκε με διάφορες μορφές αθλητισμού, όπως στίβο, κωπηλασία, βόλεϊ και μπάσκετ. Η πρώτη του θεατρική εμπειρία, όπως έχει πει, ήταν στα σχολικά του χρόνια όταν ο προπονητής του τον είχε στείλει για προπόνηση στη Μηχανιώνα κι έλαβε μέρος στην παράσταση της καστασκήνωσης. Έκανε ένα αρνητικό σχόλιο για το παιδί που υποδύονταν τον μεθυσμένο κι όταν ο υπεύθυνος του θεατρικού τον προκάλεσε αν μπορεί να το κάνει καλύτερα βρέθηκε τελικά με τον ρόλο.

Σε ηλικία 18 ετών σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου, συμμετείχε σε επιθεωρήσεις στο Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης κι αφού περιπλανήθηκε με τα μπουλούκια δύο χρόνια σε χωριά και κωμοπόλεις της Μακεδονίας «η Καλή Καλό (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της θεατρίνας Καλλιόπης Δαμβέργη) τον κατέβασε Αθήνα» έχει πει ο ίδιος. Έδωσε εξετάσεις για να πάρει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, την οποία τελικά του έδωσαν στην τρίτη προσπάθεια αφού η επιτροπή τον είχε απορρίψει δύο φορές, επειδή δεν «έκανε για ηθοποιός» όπως του είχαν πει.

Η πρώτη ταινία που συμμετείχε, ως κομπάρσος, ήταν στην κωμωδία «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» (1953, του Γιώργου Λαζαρίδη). Ακολούθησε η συμμετοχή του στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Η κυρά μας η μαμή» (1958) με την οποία μπήκε πρώτη φορά στα στούντιο της Φίνος Φιλμ.

Ήταν το 1961, όταν με την εμφάνιση του στον «Κατήφορο» απόκτησε ευρεία αναγνωρισιμότητα για να απογειωθεί στη συνέχεια ως ο απόλυτος πρωταγωνιστής σε ταινίες που έφταναν να κόβουν έως και 650 χιλιάδες εισιτήρια την δεκαετία 60 και 70.

Σθεναρός υποστηρικτής του, εξαρχής, υπήρξε ο σκηνοθέτης Γιάννης Δαλιανίδης, με τον οποίο τον συνέδεε μακρόχρονη φιλία κι εκτίμηση.

Παράλληλα, ο Κώστας Βουτσάς ξεδίπλωσε το κωμικό του ταλέντο σε όλα τα είδη του θεάτρου – πρόζα, επιθεώρηση, μιούζικαλ. Ενδεικτικά, έπαιξε σε κωμωδίες του Νίκου Τσιφόρου («Αγάπη μου Παλιόγρια», που γυρίστηκε και επιτυχημένη ταινία με τον ίδιο και την Ξένια Καλογεροπούλου, «Οι Απάνω και οι Κάτω»), του Κώστα Πρετεντέρη (« Ο νονός μου ο διάβολος», «Ο καπετάν Κώστας στο Πόρτο-Λιμπερτά») του Ασημάκη Γιαλαμά (Μπαμπά, ποιος είναι ο μπαμπάς μου;»), αλλά σε έργα των Μολιέρου «Ο Αρχοντοχωριάτης» και Ντάριο Φο («Όποιος κλέβει ένα πόδι κερδίζει στην αγάπη»). Ο Κώστας Βουτσάς έπαιξε, επίσης, σε κωμωδίες του Αριστοφάνη («Θεσμοφοριάζουσες», «Σφήκες», «Όρνιθες») με μεγάλη επιτυχία και με κοσμοσυρροή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.

Στη μικρή οθόνη πρωτοεμφανίστηκε το 1973 στο σίριαλ «Βαριετέ» της τότε ΥΕΝΕΔ για να ακολουθήσουν πολλές εμφανίσεις σε τηλεοπτικές σειρές όπως «Ο Ανδροκλής και τα λιοντάρια του», «Για μια θέση στον ήλιο», «Γιούγκερμαν», «Δέκα Μικροί Μήτσοι», «Επτά θανάσιμες πεθερές», «Η πολυκατοικία» κ.ά.

Την δεκαετία του ’80 έπαιξε σε βιντεοταινίες, αλλά πέρασε και στην αντίπερα όχθη του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, όπως και ο Θανάσης Βέγγος, ερμηνεύοντας πιο απαιτητικούς ρόλους σε ταινίες του σκηνοθέτη Βασίλη Βαφέα. Ξεχώρισε ο ρόλος του μικροαστού λογιστή στην κοινωνική ταινία του Βαφέα «Ο Έρωτας του Οδυσσέα», για την οποίον τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1984. Η ταινία εκπροσώπησε την Ελλάδα στο «Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 1985 και ένα χρόνο αργότερα μεταδόθηκε ως μίνι σειρά από την ΕΡΤ.

Παρέμεινε ενεργός και δραστήριος μέχρι τέλους, απολαμβάνοντας την αγάπη του κόσμου που παρέμεινε πιστός σε όλες του τις παραστάσεις, με πιο πρόσφατες την «Σμύρνη μου αγαπημένη» της Μιμής Ντενίση έως την τελευταία, την παιδική «Σταχτοπούτα» του Σαρλ Περώ, στο θέατρο Broadway.

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ