Όποιος ένιωσε, φεύγοντας δίνει εξηγήσεις. Οι σιωπές, είναι για τους δειλούς..

Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης

Γύρισες λες. Καλώς ήρθες. Τώρα θα μου εξηγήσεις μήπως και γιατί έφυγες; Θα μου εξηγήσεις για εκείνο το μεσημέρι που έκλεισες πίσω σου την πόρτα και δεν την ξανάνοιξες; Θα μου πεις πού έκανα το λάθος; Τι έγινε; Τι δεν έγινε;

Θα μου δώσεις μήπως πίσω και το χαμένο χρόνο μου προσπαθώντας να δώσω μια απάντηση και μια εξήγηση σε όλα αυτά;

Γύρισες λες. Κι εγώ τώρα πρέπει να ανοίξω τα χέρια μου και να σε καλωσορίσω. Να σε αγκαλιάσω και να πάμε το έργο από την αρχή.

Γύρισες λες. Κι εγώ τώρα πρέπει να βάλω ένα Χ σε κάθε βράδυ που ένιωθα μ@λάκας και να σου χαμογελάσω. Να μην σε ρωτήσω, να μην σου ζητήσω εξηγήσεις. Μόνο να σε αγκαλιάσω και να σου πω καλωσόρισες, γιατί έτσι κάνουν στις ρομαντικές χαζοταινίες που βλέπεις. Σωστά;

Ε μάθε, ότι το έργο αυτό, δεν θα παιχτεί έτσι. Το έργο αυτό, δεν έχει αγκαλιές και χάδια. Δεν έχει συγχώρεση ακόμα και χωρίς να έχεις ζητήσει συγγνώμη. Δεν έχει αμνησία εκεί που υπάρχουν ερωτήσεις και εξηγήσεις που δεν δόθηκαν.

Πάλεψα πολύ για να ξαναβρώ την ηρεμία μου. Πάλεψα πολύ για να ξαναβρώ την ησυχία μου και σιγά σιγά να αρχίσω να χαμογελάω ξανά και να μην είμαι ο νεάντερταλ που ήμουν για μήνες. Κι έρχεσαι εσύ, με ένα “γύρισα” κι ένα “μην ρωτάς, μόνο δέξου με” και θες να τα διαγράψουμε όλα. Γιατί έτσι σου είπαν ότι γίνονται αυτά.

Όχι κοpίτσι μου. Πώς το λέτε αυτό το τσιτάτο με τις φίλες σου; Όποιος αγαπάει μένει;
Ε μάθε, ότι όποιος σέβεται φεύγοντας δίνει εξηγήσεις. Όποιος ένιωσε φεύγοντας λέει ένα γεια. Γιατί η συγχώρεση μπορεί να δοθεί αλλά η εμπιστοσύνη αίρεται και δεν ξαναχαρίζεται.

Η εμπιστοσύνη ξανακερδίζεται με πράξεις. Ξανακερδίζεται με αλήθειες. Δεν αρκεί να ξαναθές τον άλλο. Δεν αρκεί να γυρίσεις. Και όχι, δεν θα σου πω ότι μου είσαι αδιάφορη. Αν μου ήσουν, δεν θα ερχόμουν με το πρώτο σου μήνυμα. Όμως δεν μπορείς να πάρεις μια ευκαιρία που δεν κέρδισες. Δεν μπορείς να γυρίσεις το χρόνο στο σημείο που θες εσύ.

Ο χρόνος θα γυρίσει στο σημείο που έκλεισες την πόρτα. Κι εκεί θα πούμε τις απόλυτες αλήθειες κι ας κόβουν σαν ξυράφια. Θα μου πεις για πού έφυγες. Για ποιον έφυγες. Γιατί γύρισες. Ποιο χατήρι σου χάλασαν “εκεί” και ήρθες πίσω εδώ που τα χατήρια σου γινόντουσαν χωρίς πολλά πολλά.
Τις αλήθειες όμως.

Και τώρα που το βλέμμα σου φωνάζει πως δεν έχουμε τίποτα να πούμε, φύγε σε παρακαλώ. Το κρεβάτι μου το γεμίζω ό,τι ώρα θέλω. Και την ζωή μου την γεμίζω ό,τι ώρα θέλω. Και τώρα είναι η ώρα που στην ζωή μου, στην καρδιά μου και στο κρεβάτι μου, μπαίνει όποιος τολμάει να νιώσει, να δώσει και τολμάει να μένει.

Πολύ μελό και δραματικό το φευγιό, αλλά έγινε μόδα, κι εγώ με τις μόδες δεν τα πάω καλά. Είμαι λίγο ντεμοντέ και προτιμάω εκείνες που μένουν στα ζόρια. Εκείνες που μένουν για να ισιώσουν τα ανάποδα. Κι εσύ, είσαι πολύ μικρή, πολύ λίγη γι’αυτό.

Πηγή: loveletters.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ