Υπάρχουν και τέτοιοι μπαμπάδες

Σκέψεις

Όταν τον γνώρισα ήταν περίπου 40 χρόνων. Είχε μόλις χωρίσει και προσπαθούσε ακόμα να προσαρμοστεί σε ένα τρόπο ζωής που ούτε τον είχε επιλέξει, ούτε τον είχε ποτέ σκεφτεί. Όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει, πίσω από τα αστεία, πίσω από τα γέλια, πίσω από τις βόλτες, τις παρέες, τα τραγούδια, η θλίψη τον έπνιγε.

Έπρεπε να μάθει να ζει μακριά από τα παιδιά του. Να ξυπνάει το πρωί χωρίς να ακούει τις φωνές τους, χωρίς να τους ετοιμάζει το πρωινό. Να γυρνάει το απόγευμα στο σπίτι και να μη διαβάζει μαζί τους. Να κοιμάται το βράδυ χωρίς να τα έχει φιλήσει για καληνύχτα, χωρίς να τα έχει σκεπάσει.

Και αυτό δεν το άντεχε, γιατί αυτό που του άρεσε περισσότερο από όσα ήταν στη ζωή του, ήταν ο ρόλος του πατέρα. Τα αγαπούσε βαθιά τα παιδιά του, τα «ζούσε» από μωρά, τα φρόντιζε, τα μάθαινε όλα όσα μαθαίνει ένας γιος και μια κόρη από έναν πατέρα που νοιάζεται.

Γιατί εκείνος δεν ήταν από εκείνους τους μπαμπάδες, που όταν είναι στο σπίτι επιζητούν την ησυχία τους μπροστά στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή, από εκείνους που θεωρούν ότι τα παιδιά είναι υπόθεση της μάνας, από κείνους που δεν ξέρουν πώς να ταΐσουν, πώς να αλλάξουν, πώς να παίξουν ένα παιδί. Εκείνος τα ήξερε όλα αυτά και τα έκανε συνέχεια. Και αυτό ήταν που τον πονούσε τώρα. Πώς θα μάθει να ζει χωρίς αυτή, την καθημερινή αυτονόητη επαφή με τα παιδιά του;

Θεωρούσε ότι είναι πολύ άδικο να τα βλέπει πλέον κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο και κάθε Τετάρτη, όταν εκείνος λαχταρούσε να μη χάσει ούτε μία σημαντική στιγμή από τη ζωή τους.

Νοίκιασε ένα σπίτι και άρχισε να φτιάχνει τον χώρο για τα παιδιά του. Αγόρασε γραφεία και κρεβάτια, πίνακες και κουρτίνες και στόλισε τα δωμάτια με τα αγαπημένα τους χρώματα. Εκανε το σπίτι του ζεστό, χαρούμενο, το γέμισε παιχνίδια και μουσικά όργανα. Και έφερνε τα παιδιά του τα Σαββατοκύριακα να μοιράζονται μαζί μουσικές και ταινίες, παιχνίδια, συζητήσεις και όνειρα. Δεν μίλησε ποτέ στα παιδιά άσχημα για τη μάνα τους, όχι γιατί δεν είχε τίποτα να πει, αλλά γιατί ήτανε πιο σημαντικό να μην τα πληγώσει.

Και οι μέρες περνούσαν. Και η μία Τέταρτη τη βδομάδα, έγινε και Πέμπτη και Παρασκευή, και Δευτέρα. Και τα δύο Σαββατοκύριακα το μήνα, έγιναν και τρία και τέσσερα. Τα παιδιά του μπαινόβγαιναν στο σπίτι του τόσο συχνά όσο και στο σπίτι της μητέρας τους.

Κι εκείνος ποτέ δεν τα έστειλε στη μάνα τους, όταν τα παιδιά ζητούσαν να μείνουν παραπάνω μαζί του, κι ας είχε κανονίσει να βγει έξω.

Δεν έβαλε κάποια σχέση πάνω από τα παιδιά του, κι ας ήθελε πολύ να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Όταν η κόρη του ζήτησε να έρθει να μείνει μαζί του, δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή να αρνηθεί για να έχει προσωπική ζωή. Προτεραιότητα ήταν πάντα η δική τους ηρεμία.

Ούτε ένιωσε ποτέ να περιορίζεται από τις υποχρεώσεις απέναντί τους, κι ας αυξάνονταν αυτές όσο τα παιδιά μεγάλωναν. Γιατί μόνος του τα έκανε όλα, από το αγαπημένο τους φαγητό, μέχρι το πλύσιμο των ρούχων.

Τον έκανε ευτυχισμένο που είχε τα παιδιά του κοντά του. Να είναι δίπλα τους στο γέλιο και στη λύπη τους, μπαμπάς, φίλος και συμπαραστάτης, να τα βλέπει να ανοίγουν τα φτερά τους, να τα παρηγορεί, όταν πέφτουν και να τα σπρώχνει να πετάξουν ξανά.

Γιατί υπάρχουν και τέτοιοι μπαμπάδες, που γίνονται για τα παιδιά τους και πατεράδες και μανάδες και ό,τι εκείνα έχουν ανάγκη.

 

Πηγή: singleparent.gr

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ