Άλλαξε και όνομα για χάρη του: Το μεγάλο δέσιμο του Γιάννη Διακογιάννη με τη θετή του κόρη Ρίκα Βαγιάννη

Επικαιρότητα

«Η φωνή που μας ενώνει και μας δονεί» σίγησε. Ο πατριάρχης της αθλητικής δημοσιογραφίας Γιάννης Διακογιάννης «έφυγε» σε ηλικία 91 ετών.

Για την επαγγελματική του πορεία, σχεδόν τα πάντα είναι γνωστά. Θεωρήθηκε από πολλούς ο κορυφαίος του είδους, λόγω των μεγάλων γνώσεών του πάνω στον κλασικό αθλητισμό αλλά και στο ποδόσφαιρο, της εμβρίθειας στον τρόπο μετάδοσης και της γλαφυρότητας του ύφους του.

Η φωνή του στις περιγραφές αποτυπώθηκε σε γενιές και γενιές Ελλήνων, έντυσε πολλά απογεύματα Κυριακής και συνδέθηκε με σπουδαίες αθλητικές στιγμές.

Αφήνοντας στην άκρη το επαγγελματικό κομμάτι, ο Διακογιάννης, εκτός από την αγάπη του για τις μεταδόσεις, είχε δύο ακόμη μεγάλες αγάπες, τη σύζυγό του Βαρβάρα Δράκου και τη Ρίκα Βαγιάννη, την κόρη της (από τον γάμο της με τον δημοσιογράφο Οδυσσέα Ζούλα), τη δική του θετή κόρη, με την οποία ανέπτυξε έναν βαθύ δεσμό. Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη της Ρίκας για τον θετό της πατέρα, που άλλαξε το επώνυμό της σε Βαγιάννη. Το «Βα-» από το όνομα της μητέρας της, Βαρβάρα, και το «-γιάννη» από το όνομα του πολυαγαπημένου της θετού πατέρα.

Δυστυχώς, η Ρίκα Βαγιάννη έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 7 Αυγούστου 2018, μετά από μάχη με τον καρκίνο, ένα ιδιαίτερα βαρύ χτύπημα για τον Διακογιάννη, ένα πλήγμα με το οποίο έζησε ώς σήμερα το πρωί ο Γιάννης Διακογιάννης.

Ο ίδιος είχε εκμυστηρευθεί το πρόβλημα υγείας που ταλαιπωρούσε τη Ρίκα Βαγιάννη το 2017 σε συναδέλφους του στην ΕΣΗΕΑ: «Να σας πω κάτι που θα σας στεναχωρήσει, η Ρίκα έχει καρκίνο».

Αυτό είχε αποκαλύψει η Αφροδίτη Υψηλάντη αμέσως μετά τον θάνατο της Ρίκας.

Η σχέση βαθιάς αγάπης Ρίκας Βαγιάννη-Γιάννη Διακογιάννη Άλλαξε και όνομα για χάρη του: Το μεγάλο δέσιμο του Γιάννη Διακογιάννη με τη θετή του κόρη Ρίκα Βαγιάννη - Εικόνα 1

Μια σχέση δυνατή και ανιδιοτελής, που ξεκίνησε από τη στιγμή που ο θρύλος της αθλητικογραφίας ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τη μητέρα της Ρίκας, τη Βαρβάρα Δράκου.

Και η Ρίκα Βαγιάννη ακολούθησε τα βήματά του, όχι βέβαια στην αθλητική δημοσιογραφία, αλλά στη δημοσιογραφία γενικότερα, ενώ σε πάρα πολλές περιπτώσεις μιλούσε για τη σχέση της με τον αγαπημένο της πατριό. Ενίοτε εκφράζοντας και τα παράπονά της.

«Όλοι μου έλεγαν “μεγαλώσαμε με τη φωνή του”. Κι εγώ έτσι μεγάλωσα, ποτέ δεν ήταν σπίτι»

Σε εκείνο το συγκινητικό, όλο αγάπη κείμενο που έγραψε το 2012 και δημοσιεύθηκε στο protagon.gr προς τον πατριό της, η Ρίκα Βαγιάννη έγραψε: «”Μεγαλώσαμε μαζί του”, μου λένε όλοι, σαν συνεννοημένοι. “Μεγαλώσαμε με τη φωνή του“. Κι εγώ με τη φωνή του μεγάλωσα. Ποτέ δεν ήταν σπίτι. Κι όταν ήταν, πάλι δεν ήταν. Αν δεν είχε ταξίδια, είχε εφημερίδα, κι αν δεν είχε εφημερίδα, είχε εκπομπή: η “Αθλητική Κυριακή” και ο “Κόσμος της Μπάλας”. Κι αν δεν είχε εκπομπή, είχε γήπεδο ή σύσκεψη και δεν ξέρω κι εγώ ποια άλλη ζουρλαμάρα».

Η μάταιη προσπάθεια του Διακογιάννη να κάνει τη Βαγιάννη να αγαπήσει το γήπεδο

Στο κείμενο αυτό η Ρίκα Βαγιάννη είχε περιγράψει διεξοδικά την προσπάθεια του Διακογιάννη να την κάνει να αγαπήσει τη… δική του αγάπη: τα γήπεδα. Η Ρίκα Βαγιάννη δήλωνε ρητά ότι, παρά την επιμονή του, αυτό ήταν κάτι που δεν είχε καταφέρει. Η ίδια δεν αγάπησε ποτέ τα γήπεδα, βρήκε όμως εκεί την ευκαιρία να ξεσηκώσει τις βρισιές που άκουγε αριστερά και δεξιά.

Άλλαξε και όνομα για χάρη του: Το μεγάλο δέσιμο του Γιάννη Διακογιάννη με τη θετή του κόρη Ρίκα Βαγιάννη - Εικόνα 2

«Στο γήπεδο αρχίσαμε άσχημα. Με πήρε κάνα-δυο φορές μαζί του, εγώ, αντί για φάσεις και τεχνικές ξεσήκωσα ό,τι μπινελίκι και γ@@@ εκσφενδονιζόταν στη Λεωφόρο. Μισή μερίδα παιδί. Ένα κυριακάτικο απόγευμα ρώτησα τη μαμά μου αν χωράει στον ποπό του διαιτητή μια ολόκληρη ποδοσφαιρική μπάλα. Και, αλήθεια, βοηθάει να βάλεις βαζελίνη για να περάσει από τη σούφρα του και, επίσης, τι ακριβώς είναι η σούφρα, μαμά; Κάπως έτσι κόπηκαν τα σούρτα-φέρτα στα ματς», ανέφερε.

Και μπορεί η προσπάθεια στα ποδοσφαιρικά γήπεδα να έληξε άδοξα, ο Γιάννης Διακογιάννης συνέχισε την προσπάθεια πηγαίνοντας τη Ρίκα στον στίβο: «Ο στίβος ήταν άλλο πράμα-εκκλησία. Η μαμά με άφηνε να πηγαίνω μαζί του όσο ήθελα. Στον στίβο κανείς δεν ήθελε να βάλει τίποτα στον ποπό κανενός, με βαζελίνη ή χωρίς. Ή, τουλάχιστον, δεν το ξεφώνιζε».

Το κείμενο της Ρίκας Βαγιάννη για τον πατέρα της Γιάννη Διακογιάννη

«Μούχει σπάσει τα νεύρα», μουρμούραγε η μάνα μου στις φιλενάδες της τα ολυμπιακά καλοκαίρια. Κρυφάκουγα. «Ότι τι, δηλαδή;” «Ποτέ, μα ποτέ, δεν είναι εδώ. Δεν έχω άντρα εγώ!».

«Μα λείπει για τους Αγώνες! Είναι αυτός λόγος διαζυγίου;» Ποτέ δεν ήταν “εδώ” τέτοια εποχή. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στο σπίτι μας είχαν πάντα τον τίτλο της ίδιας ταινίας: «Ο μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές» -και να σκεφτείτε πως η ταινία δεν είχε καν γυριστεί. Αν δεν είχαμε Ολυμπιακούς, είχαμε Μουντιάλ. Κι αν δεν είχαμε Μουντιάλ είχαμε Παγκόσμιο Στίβου, κι αν δεν είχαμε Παγκόσμιο Στίβου, είχαμε Τελικούς Κυπέλλου, Πρωταθλητριών, ή Κυπελλούχων ή Ουέφες, ή Πανευρωπαϊκό, και πάει λέγοντας. “Μεγαλώσαμε μαζί του”, μου λένε όλοι, σαν συνεννοημένοι. ”Μεγαλώσαμε με τη φωνή του”. Κι εγώ με τη φωνή του μεγάλωσα. Ποτέ δεν ήταν σπίτι. Κι όταν ήταν, πάλι δεν ήταν. Αν δεν είχε ταξίδια, είχε εφημερίδα, κι αν δεν είχε εφημερίδα, είχε εκπομπή, η «Αθλητική Κυριακή» και ο «Κόσμος της Μπάλας». Κι αν δεν είχε εκπομπή, είχε γήπεδο, ή σύσκεψη και δεν ξέρω κι εγώ ποια άλλη ζουρλαμάρα. Δεν κατάφερε να με κάνει να αγαπήσω το γήπεδο. Θυμάμαι το δέος του μπροστά στον Πελέ και τον Κρόιφ. Ο μεγάλος αθλητής του έφερνε ρίγη, σε όποιο αγώνισμα κι αν κατέβαινε.

Στο γήπεδο, πάντως, αρχίσαμε άσχημα. Με πήρε κανα δυο φορές μαζί του, εγώ, αντί για φάσεις και τεχνικές ξεσήκωσα ό,τι μπινελίκι και γαμοσταβρίδι εκσφενδονιζόταν στη Λεωφόρο. Μισή μερίδα παιδί. Ένα κυριακάτικο απόγευμα ρώτησα τη μαμά μου αν χωράει στον ποπό του διαιτητή μια ολόκληρη ποδοσφαιρική μπάλα. Και αλήθεια βοηθάει να βάλεις βαζελίνη για να περάσει από τη σούφρα του και επίσης, τι ακριβώς είναι η σούφρα, μαμά; Κάπως έτσι κόπηκαν τα σούρτα-φέρτα στα ματς. Μαχαίρι…

Κατάφερε όμως να με κάνει να αγαπήσω το στίβο. Ο στίβος ήταν άλλο πράμα -εκκλησία. Η μαμά με άφηνε να πηγαίνω μαζί του όσο ήθελα. Στο στίβο, κανείς δεν ήθελε να βάλει τίποτα στον ποπό κανενός, με βαζελίνη ή χωρίς. Ή, τουλάχιστον, δεν το ξεφώνιζε. Ο στίβος ήταν Αγώνες. Άμιλλα. Κάτι σαν έντονη πνευματική εμπειρία στην οποία συμμετείχαν σε κρεσέντο όλες οι αισθήσεις αν το έβλεπε κανείς, τουλάχιστον, από τη δική του ματιά. «Και πάμε στο ύψος: Εδώ οι αθλητές προετοιμάζονται για το άλμα» ανακοίνωνε ψιθυριστά στη μετάδοση, σαν να προέτρεπε το κοινό να μην ταράξει την ηρεμία του άλτη. Έδινε σήμα στον ηχολήπτη ότι ετοιμάζεται να «κόψει» μικρόφωνο. Κι άρχιζε τα πριβέ: Στριμωχτή εγώ, μισό παιδί, πολύ αδύνατο, στην καμπίνα δίπλα του. Κάπνιζε αμέτρητα Gitanes στον κλειστό θαλαμίσκο. Στην Αμερική του σήμερα, θα τον είχαν πάει μέσα για έκθεση ανηλίκου σε θανατηφόρο παθητικό κάπνισμα. Δεν ήθελε να πάει Ατλάντα: Δεν γούσταρε. Έβλεπε μέσα από τον αθλητισμό να έρχονται σκοτεινές εποχές, έβλεπε πράγματα που οι άλλοι δεν διακρίναμε, ήταν φάσεις μπροστά, κουσούρι της δουλειάς, να προβλέπει.

Χρόνια πριν, εγώ μισή μερίδα παιδί: Στα τρία μέτρα μπροστά μας, ο Βζόλα, ετοιμάζεται να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, μετά την απόσπαση του Πανευρωπαϊκού χρυσού Nέων στο ύψος. Ή κάτι τέτοιο. Αρχίζαν τα πριβέ. «Κοίτα τον. Όχι, το άλμα, Ρίνγκο: την αυτοσυγκέντρωση να βλέπεις, εδώ είναι η δύναμη, Αυτός, θα δεις, θα γίνει μέγας άλτης. Θα γράψει ιστορία.” Μάλιστα. Τσεκ. Όχι το άλμα, λοιπόν, αλλά το αμέσως πριν: Την προς τα μέσα κατάδυση.

«Κάνε άλμα  μεγαλύτερο από τη φθορά», έγραφε το “Σηματολόγιο” του Ελύτη. Aυτά τα φρόντιζε η μάνα μου στο σπίτι, αφήνοντας -τάχα μου- τυχαία ανοιχτά βιβλία  στο τραπέζι της κουζίνας. Έκανε απελπισμένες προσπάθειες να μην εξελιχθώ σε γρυλλίζοντα σκυλο-χούλιγκαν, αλλά πλαγίως, ήξερε ότι δεν θα διάβαζα ποτέ κάτι που θα μου υποδείκνυε, δήθεν για να “καλλιεργηθώ”. Υποδορίως κούμπωναν εντός μου, κλικ-κλακ, η ποίηση κι ο αθλητισμός, το κορμί το σάρκινο και το Άλλο, το πώς το λέγανε, να δεις, ψυχή το λέγανε. Κλικ-κλακ. Μεγάλωνα. Ανάμεσα στον Πελέ και τον Ελύτη, τη Μοσχολιού και το Φον Κάραγιαν. Όλα έβγαζαν νόημα. Ακόμα και τα πιο ανεξήγητα. Από το λυσσασμένο Μπερναμπέου ως την Επίδαυρο της “Ορέστειας” του Κουν, κι από τον Τάφο του Ινδού ως τη Scala, με κόκκινη Πανσέληνο. «Νessouno, mai», κι όμως, όλα είχαν νόημα. Η ζωή μας, ένα Gitanes με φίλτρο.

Ψαχνόμουν. Μισή γυναίκα πια. «Κοίτα τις που είναι σαν άντρες, Ρίνγκο»: Δεν μάσαγε τα λόγια του για τα γενειοφόρα θηλυκά εκτρώματα του «μεγαλείου» της τότε Ανατολικής Γερμανίας, «Κοίτα τις. Αυτό δεν είναι αθλητισμός, είναι τερατογένεση – ο άνθρωπος πρέπει να αγωνίζεται στα ανθρώπινα μέτρα, μόνο τότε αξίζει. Πού θα μας οδηγήσουν όλες αυτές οι επιδόσεις, όλα αυτά τα ρεκόρ, αναρωτιέμαι… Δεν είχε απάντηση. Καμιά φορά όμως αξίζει να κάνεις μόνο την ερώτηση: Η προς τα μέσα κατάδυση, που λέγαμε. Έλειπε πολύ. Συνέχεια. Αλλά εμένα δεν μου «έλειπε». Η αγάπη εκπέμπει πιο δυνατά από το τηλεοπτικό σήμα.

Εντάξει, μείνανε και κάτι ψιλο-οιδιπόδεια -τα λένε και σύνδρομα της Ηλέκτρας- αν είστε πολύ ψείρας στα ψυχαναλυτικά. Εντάξει, ακόμα βλέπω Αγώνες από ξένα μόνο κανάλια, ή με τη φωνή στο mute. Από κακία που δεν είναι η φωνή του.

Μου έμαθε πως οι Ολυμπιακοί κύκλοι συμβολίζουν τις ανθρώπινες φυλές – κι ο τελευταίος όλη την ανθρωπότητα: Όλοι μας, από ένας κρίκος στης ζωής την εύθραυστη, αλλά αιώνια αλυσίδα. Η πάσα ουσία είναι η ισότητα και η συνύπαρξη, αλλιώς δεν αγωνιζόμαστε, απλώς πηδάμε παλούκια, σαν τα πιθήκια, με το συμπάθιο κιόλας.

Κανένα αξίωμα δεν δέχτηκε, καμιά τιμή δεν καταδέχτηκε. Όταν τα παράτησε, τα παράτησε ξερά. Όπως τα Gitanes- πέταξε το πακέτο μαζί με τα μικρόφωνα και δεν κανακοίταξε καπνό. Χωρίς εθισμούς και κολλήματα σε «περασμένα μεγαλεία». Στο φίνις κρίνονται όλα.

«Οι κίτρινοι, Ρίνγκο, είναι καλοί στο πίνγκ πόνγκ, ας πούμε, και στα γυμναστικά. Οι άσπροι στο τένις και τα άλματα, οι μαύροι στις αποστάσεις και τα σπριντ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, Ρίνγκο. Το φυσικό πλεονέκτημα καλό είναι, αλλά ο αθλητισμός είναι μαγεία είναι ζωή, όλο  απρόοπτα, κανενός το χρώμα δεν σημαίνει τίποτα. Στο φίνις κρίνονται όλα».

Τώρα λείπει πάλι. Αυτές τις μέρες, κάπου στις μικρές Κυκλάδες, ίσως πάρει το μάτι σας έναν όμορφο, ηλιοκαμένο παππού, που μπαινοβγαίνει ακατάπαυστα σ’ ένα επαρχιακό νοσοκομείο: Προσέχει τη γυναίκα του που ανέβασε πυρετό στις διακοπές. Της φέρνει νέα, αναψυκτικά και ψαρόσουπα από τη διπλανή ταβέρνα. Η εξέλιξη του συναρπαστικού αγώνα  «Μαμά vs Πνευμονία», αναμεταδίδεται στο τηλέφωνο λεπτομερώς, ανάλαφρα, ελλειπτικά, αλλά ουσιαστικά: Δεν σας κάνω πλάκα, είναι γοητευτικός, ακόμα κι όταν περιγράφει νοσηλείες! Aχ, όντως, Νessouno, mai…

«Μου σπάει τα νεύρα», μουρμουράει η μάνα μου. «Δεν φεύγει λεπτό από εδώ. Του λέω, έλα, πήγαινε μια βόλτα, να δεις κανένα αγώνισμα, να ξεσκάσεις, αυτός τίποτα, εδώ, μπάστακας δίπλα μου, όλη μέρα, ασχολείται μαζί μου. Κι έχουμε και Ολυμπιακούς αγώνες! ». «Ρε μάνα, το ότι σου συμπαραστέκεται ολοψύχως ο άντρας σου όταν ασθενείς, δεν το λες ακριβώς και λόγο διαζυγίου». «Το ξέρω. Άρρωστη είμαι, παιδί μου, όχι ηλίθια» Η προς την αγάπη κατάδυση. Πριν το άλμα και μετά. Πάνω από τη φθορά. Στο σπίτι το δικό μας, πάλι, στην άλλη άκρη της Ελλάδας, οι Oλυμπιακοί Αγώνες παίζουν επί 24ώρου βάσεως. Με τη φωνή στο mute, μπαμπά. Νessouno,mai… Και με το νου στο finish, εκεί που κρίνονται όλα.

Η τελευταία κοινή τηλεοπτική εμφάνιση της Ρίκας Βαγιάννη με τον Γιάννη Διακογιάννη

Στις 12 Ιουλίου 2014 φιλοξενήθηκαν οι δυο τους στην εκπομπή «Πάντα ν’ ανταμώνουμε», σε μια από τις τελευταίες τους αν όχι την τελευταία τους κοινή τηλεοπτική εμφάνιση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ