Ο κόσμος είναι πιο όμορφος όταν έχεις κάποιον να σε νοιαστεί.

 

Της Στεύης Τσούτση.

Δεν έμαθα να με φροντίζουν. Όχι γιατί δεν ήθελα, αλλά γιατί δεν έτυχε. Πέρα από την αγκαλιά της μάνας, όλοι οι άλλοι δε μου χαρίστηκαν. Ο πατέρας αγαπούσε μα με το δικό του τρόπο. Με εκείνη την ανάγκη επικράτησης. Την ανάγκη να με έχει δεμένη στα κλειδιά του και να με χαίρεται σαν γίνομαι όπως εκείνος θέλει. Όχι εγώ… Καταπιεστική αγάπη, κατά συνθήκες έννοια. Υπό όρους… Κι ύστερα ήταν κι όλοι εκείνοι οι έρωτες που αναζήτησα. Που έψαξα πάνω τους να βρω τη φροντίδα, την έννοια, τη στοργή. Δεν είναι πολλοί τώρα που τους μετράω.

Κι ας είναι τα βαρίδια που άφησαν πάνω μου τόσα λες κι ήταν λόχος. Κάθε ένας ερχόταν και με μια υπόσχεση φροντίδας. Μια υπόσχεση πως κάθε αύριο μαζί του, θα είναι αλλιώτικο από το χθες, το χωρίς αυτόν. Πως δε θα είμαι πια μόνη. Πως δε θα έχω μόνη να νοιαστώ τον εαυτό μου. Μόνο που όλα ήταν ψέματα. Κι απόμεινα να δίνω. Να ικανοποιώ κάθε μου μητρικό ένστικτο. Να γίνομαι μάνα, γυναίκα, αδερφή. Συμπαραστάτης και κανακευτής. Κυματοθραύστης και γαληνευτής. Μα πάντα εγώ. Εμένα κανείς.

Έτσι έμαθα να παλεύω μόνη για μένα. Να καλύπτω τις ανάγκες μου, να στριμώχνω τους καημούς μου. Να φροντίζω μόνη, να γιατρεύομαι μόνη. Να αυτοπαρηγορούμαι. Όμορφο δεν το λες. Μα ήταν αναγκαίο, αφού δε βρισκόταν κανείς εκεί για μένα. Κι έτσι συνήθισα. Κι έτσι πορεύτηκα. Και θα συνέχιζα, ξέρεις, να βολεύομαι με ψίχουλα που μου τα τάισαν για ψωμί, αν δεν ερχόσουν εσύ. Εσύ που δεν έμοιασες τόσο καιρό με κανέναν άλλο. Κι ας παραφύλαγα στη γωνία να σου βρω τα λάθη.

Με τσακώνεις να σε παρατηρώ κάποιες φορές κι αναρωτιέσαι γιατί το κάνω. Γιατί απομένω να σε χαζεύω με τόσο ενδιαφέρον. Όχι μάτια μου, δεν είναι μόνο από έρωτα. Είναι από έκπληξη κι απορία. Γιατί δε γίνεται να είσαι αληθινός. Δεν το χωρά ο νους μου πως κάτι τόσο καλό έκανα, ώστε να έρθεις σε μένα. Κι όμως είσαι. Κι είσαι εκεί για μένα. Για τα πάντα. Για τις ανάγκες, τους φόβους, τους προβληματισμούς μου. Για να με μαλώσεις στα ατοπήματα μου, να με συμβουλεύσεις στις αμφιβολίες μου, να με καθοδηγήσεις στα πελαγοδρομήματά μου. Με αγκαλιάζεις χωρίς να το ζητήσω, μόνο και μόνο γιατί ξέρεις ότι το χρειάζομαι. Με χαϊδολογάς, με κανακεύεις. Προβλέπεις τις ανάγκες μου και φροντίζεις τις λεπτομέρειες μου. Χωρίς να ζητήσω.

Μόνο και μόνο παρατηρώντας με. Έχεις ιδέα πόσο με συγκινεί αυτό που κάνεις; Ξέρεις πόσο με ταράζει ολόκληρη η κάθε σου τέτοια κίνηση; Στην έννοια του άλλου δεν έμαθα ποτέ. Ήξερα μόνο να δίνω. Και τώρα εσύ, όχι μόνο εκτιμάς ότι σου δίνω, αλλά δεν το περιμένεις καν. Δεν ανταποδίδεις. Απλά προσφέρεις. Ανοίγεις την τεράστια αγκαλιά σου και με βάζεις μέσα. Μου δείχνεις πως ο κόσμος είναι πιο όμορφος, πιο ασφαλής, πιο ήρεμος όταν έχεις κάποιον να σε νοιαστεί. Κι εγώ έχω εσένα. Και μαθαίνω συλλαβή τη συλλαβή πως ο άνθρωπος ο αληθινά δικό σου, θα δώσει δίχως να ζητήσεις και θα απαιτήσει να το δεχτείς, για το καλό σου. Ο άνθρωπος ο αληθινά δικός σου, θα είναι εκεί να σε φροντίσει, γιατί τον υποχρεώνει η καρδιά του, όχι εσύ. Τώρα έμαθα να με φροντίζεις. Μην το αλλάξεις, σε παρακαλώ. Πριν το γνωρίσω, ήταν αλλιώς. Τώρα πια δύσκολα θα μάθω πάλι στο μόνη μου.

Προτιμώ το μαζί σου…
Πηγή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ