Τα παιδιά με το γυμνό κεφάλι και το πλατύ χαμόγελο.

 

Της Στεύης Τσούτση.

Τα βλέμματα των ανθρώπων τους προκαλούν απορία. Πέφτουν πάνω τους με συμπόνια, ανάμεικτη με θλίψη και λύπηση. Μα εκείνα δεν καταλαβαίνουν. Πόσα αρνητικά συναισθήματα μπορεί να δημιουργήσει ένα σκουφάκι; Ή ένα πολύχρωμο κασκέτο της αγαπημένης τους ομάδας; Ή ενός υπερήρωα σαν αυτά; Γιατί είναι στ’ αλήθεια υπερήρωες. Μπορεί να μην έχουν μπέρτα.

Μπορεί να μην έχουν καν πλέον μαλλιά. Αλλά είναι δυνατοί. Έτσι τους έλεγε η μαμά από την πρώτη στιγμή που η αρρώστια εμφανίστηκε στο κορμάκι τους. Εκείνος ο κακός δράκος του παραμυθιού που θέλησε να τους στερήσει την παιδική τους ξεγνοιασιά. Τους έστησε παγίδα κι εκείνοι, αλίμονο, έπεσαν μέσα. Αλλά δεν υποτάχθηκαν στη μοίρα τους. Παλεύουν με νύχια και με δόντια να βγουν από την παγίδα του. Και θα τα καταφέρουν. Γιατί ακόμη διαβάζουν παραμύθια.

Και στις ιστορίες οι καλοί νικούν πάντα. Έτσι κι αυτοί, θα κάνουν τον καρκίνο, τυράκι για ποντίκια! Γελούν καθώς σκέφτονται τη μέρα που όλα θα έχουν τελειώσει. Τη μέρα που θα ξαναχτενίσουν τα μαλλιά τους. Που το καπελάκι τους θα μείνει κρεμασμένο στο χολ κι εκείνοι θα κλείσουν πίσω τους την πόρτα, πηγαίνοντας στο σχολείο.

Πόσο τους λείπει το σχολείο! Πόσο μισούν εκείνες τις μέρες που δεν μπορούν να πάνε. Ή γιατί ο υπερήρωας πρέπει να ξεκουραστεί ή επειδή είναι σε εκείνο το λευκό νοσοκομείο. Το μυστικό τους είναι πως δεν το συμπαθούν εκείνο το μέρος με τις βελόνες. Μισούν να τους τσιμπάνε.

Βέβαια, όταν όλη αυτή η περιπέτεια τελειώσει, δε θα ξαναγκρινιάξουν για ένα απλό εμβόλιο. Θα έχουν συνηθίσει. Έκαναν φίλους εκεί μέσα. Που είναι σαν κι αυτούς. Και ξέρουν κι όλους τους γιατρούς και τις νοσοκόμες.  Οι ζωγραφιές τους δίνουν χρώμα σε εκείνους τους άσπρους τοίχους. Μακάρι να τους είχαν τουλάχιστον ροζ. Ή γαλάζιους. Έστω πράσινους. Το λευκό θυμίζει σεντόνι. Το σεντόνι κρεβάτι και το κρεβάτι τις μέρες εκείνες που ακούν έξω μπάλες αλλά εκείνοι δεν μπορούν να παίξουν. Δεν κάνει να κουράζονται. Κι αυτοί μισούν να ξεκουράζονται. Μα πάνω από όλα μισούν να μην μπορούν. Τη μέρα που θα τελειώσουν όλα αυτά, θα βγουν στην αυλή και θα τρέχουν πάνω κάτω. Συνέχεια. Μέχρι να λαχανιάσουν. Μέχρι να χτυπήσει σαν ταμπούρλο η καρδιά τους. Όπως χτυπά κι όταν εκείνο μηχάνημα περνά από πάνω τους κι αρχίζει να τους βγάζει φωτογραφίες. Μόνο που αυτές τις φωτογραφίες δεν ξέρουν αν θέλουν να τις θυμούνται.

Είναι δίχως χαμόγελο. Και τι νόημα έχει μια εικόνα αν δε χαμογελάς; Τους λένε μικρούς αλλά δεν είναι. Είναι μεγάλοι. Αναγκάστηκαν να γίνουν κι ας μην ήθελαν. Έγιναν για να μην κλαίει κρυφά η μαμά και μετά λέει πως ένα σκουπιδάκι μπήκε στα μάτια της. Και στα δύο… Για να μην αναστενάζει ο μπαμπάς διαβάζοντας ανάποδα μια εφημερίδα. Τους αγαπούν και δε θέλουν να είναι λυπημένοι. Γι’ αυτό και παλεύουν.

Μα πάνω από όλα παλεύουν για τη ζωή τους. Τη θέλουν πίσω. Θέλουν το σχολείο, τους φίλους, τα παιχνίδια τους. Θέλουν ακόμη και την κατσάδα της δασκάλας. Κι αυτή τους λείπει. Δε θέλουν να είναι άλλο πια μεγάλοι. Δε θέλουν να μην μπορούν. Δε θέλουν να μην καταλαβαίνουν γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Θέλουν πίσω το δικαίωμα τους στο λαχάνιασμα. Θέλουν χρώμα. Το χρώμα της ζωής… Έντονο κόκκινο να βάφει τα μάγουλα τους.

Και θα τα καταφέρουν. Ξέρετε γιατί; Γιατί μόνο τα παιδιά γνωρίζουν πως σηκώνονται από μια πτώση. Πως εξακολουθούν να τρέχουν με σκισμένα γόνατα και γδαρμένους αγκώνες. Πως αγνοούν τα δάκρυα του πόνου και συνεχίζουν το παιχνίδι.

Συνεχίζουν τη ζωή. Μόνο αυτά ξέρουν πως μετουσιώνεται ο πόνος σε δύναμη, πως θωρακίζεται η ύπαρξη. Γι ’αυτό κι όλα τα καταφέρνουν. Άλλωστε μην ξεχνάτε, είναι σούπερ ήρωες. Κι οι ήρωες ποτέ δεν κλαίνε, ακόμη κι όταν πονάνε. Απλά πετούν …και πάντα νικούν….
Πηγή

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ