Υπήρχε μια εποχή που το απόγευμα είχε διαφορετικό ήχο. Δεν ακουγόταν από ακουστικά και μικρές οθόνες, αλλά από φωνές παιδιών που έτρεχαν στις γειτονιές, από μια μπάλα που χτυπούσε πάνω σε έναν τοίχο και από το γνώριμο «φτου και βγαίνω» στο κρυφτό.
Ήταν τα χρόνια της αλάνας. Τότε που δεν χρειαζόταν σχεδόν τίποτα για να ξεκινήσει ένα παιχνίδι. Μια μπάλα, λίγοι βόλοι, ένα σχοινάκι και μερικοί φίλοι μπορούσαν να γεμίσουν ένα ολόκληρο απόγευμα.
Η αλάνα ήταν ένας ολόκληρος κόσμος
Σχεδόν κάθε γειτονιά είχε κάποτε έναν άδειο χώρο που τα παιδιά θεωρούσαν δικό τους.
Μπορεί να ήταν ένα χωμάτινο οικόπεδο ανάμεσα σε δύο σπίτια, μια αυλή ή ένα κομμάτι γης στην άκρη του δρόμου. Για τα παιδιά όμως ήταν πολύ περισσότερα.
Ήταν γήπεδο, κάστρο, κρυψώνα, δάσος και τόπος συνάντησης.
Δεν υπήρχαν έτοιμα παιχνίδια ούτε κάποιος να εξηγεί τι έπρεπε να κάνεις. Οι κανόνες δημιουργούνταν εκείνη τη στιγμή και, αν δεν άρεσαν στην παρέα, άλλαζαν.
Το παιχνίδι ξεκινούσε με μια φωνή από τον δρόμο
Δεν χρειαζόταν μήνυμα ούτε ομαδική συνομιλία για να κανονιστεί μια συνάντηση.
Κάποιος κατέβαινε πρώτος και φώναζε τους υπόλοιπους. Σε λίγα λεπτά η παρέα είχε μαζευτεί.
Άλλοτε παίζαμε κρυφτό. Άλλοτε κυνηγητό. Άλλοτε ποδόσφαιρο με δύο πέτρες για τέρματα.
Και υπήρχαν μέρες που δεν χρειαζόταν καν συγκεκριμένο παιχνίδι. Αρκούσε που ήμασταν όλοι μαζί.
«Φτου και βγαίνω!»
Το κρυφτό είχε τη δική του ιεροτελεστία.
Κάποιος έκλεινε τα μάτια και μετρούσε. Οι υπόλοιποι έτρεχαν να βρουν την καλύτερη κρυψώνα πίσω από έναν τοίχο, ένα δέντρο, μια πόρτα ή ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο.
Υπήρχε εκείνη η αγωνία να μη σε δουν και ύστερα η ξαφνική έκρηξη γέλιου όταν όλα τελείωναν.
Τα γόνατα μπορεί να ήταν γρατζουνισμένα και τα ρούχα γεμάτα χώμα, αλλά συνήθως κανείς δεν ήθελε να σταματήσει.
Οι βόλοι ήταν μικροί θησαυροί
Για πολλές γενιές παιδιών, μια μικρή σακούλα με γυάλινους βόλους μπορούσε να είναι ολόκληρη περιουσία.
Υπήρχαν αγαπημένοι βόλοι που δεν ήθελες με τίποτα να χάσεις. Υπήρχαν παιχνίδια, συμφωνίες, μικρές διαφωνίες και πολλή στρατηγική.
Σκάβαμε μικρές λακκούβες στο χώμα και προσπαθούσαμε να υπολογίσουμε την καλύτερη βολή.
Ήταν ένα απλό παιχνίδι, αλλά εκείνη τη στιγμή μπορούσε να μοιάζει με τον σημαντικότερο αγώνα του κόσμου.
Μια πέτρα ήταν αρκετή για να γίνει τέρμα
Το ποδόσφαιρο της αλάνας δεν χρειαζόταν γραμμές, δίχτυα ή διαιτητή.
Δύο πέτρες ή δύο μπλούζες γίνονταν τέρμα και το παιχνίδι άρχιζε.
Οι ομάδες δεν ήταν πάντα ίσες και οι κανόνες άλλαζαν ανάλογα με το πόσα παιδιά είχαν κατέβει εκείνη την ημέρα.
Αν η μπάλα έφευγε στον δρόμο, όλοι σταματούσαν. Αν κάποιος χτυπούσε, το παιχνίδι πάγωνε για λίγο. Και μετά συνεχιζόταν σαν να μη συνέβη τίποτα.
Η αλάνα ήταν και τόπος φιλίας
Εκεί δεν μοιραζόμασταν μόνο παιχνίδια.
Μοιραζόμασταν μυστικά, μικρούς καβγάδες, συμφιλιώσεις, πρώτες παρέες και όνειρα που σήμερα μπορεί να μοιάζουν παιδικά αλλά τότε ήταν απολύτως σοβαρά.
Οι φιλίες γεννιούνταν χωρίς πρόγραμμα. Έπρεπε να μάθεις να περιμένεις τη σειρά σου, να διαφωνείς, να χάνεις, να κερδίζεις και ύστερα να συνεχίζεις το παιχνίδι με τον ίδιο άνθρωπο.
Ίσως γι’ αυτό πολλές από εκείνες τις παρέες μένουν τόσο έντονα στη μνήμη.
Τα καλοκαίρια φαίνονταν ατελείωτα
Το καλοκαίρι η αλάνα άλλαζε χαρακτήρα.
Η μέρα κρατούσε περισσότερο, το χώμα μύριζε διαφορετικά και το παιχνίδι μπορούσε να συνεχιστεί μέχρι να αρχίσει να σκοτεινιάζει.
Μπορεί να υπήρχαν αγριολούλουδα, ξερά χόρτα και πεταλούδες. Μπορεί να υπήρχαν μόνο σκόνη και πέτρες.
Για ένα παιδί όμως δεν είχε μεγάλη σημασία.
Η φαντασία συμπλήρωνε ό,τι έλειπε.
Και μετά ακουγόταν η γνωστή φωνή από το μπαλκόνι
Κάποια στιγμή έφτανε η ώρα της επιστροφής.
Οι γονείς άρχιζαν να φωνάζουν ονόματα από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα.
Και σχεδόν πάντα υπήρχε η ίδια απάντηση:
«Άλλο ένα παιχνίδι και ανεβαίνω!»
Το τελευταίο παιχνίδι γινόταν πολλές φορές δύο ή τρία.
Μέχρι που η νύχτα έπεφτε πραγματικά και η αλάνα άδειαζε, περιμένοντας την επόμενη ημέρα.
Οι γειτονιές άλλαξαν
Πολλές από τις παλιές αλάνες δεν υπάρχουν πια.
Οικόπεδα χτίστηκαν, οι δρόμοι γέμισαν περισσότερα αυτοκίνητα και η καθημερινότητα των οικογενειών έγινε διαφορετική.
Ταυτόχρονα μπήκαν στη ζωή των παιδιών το διαδίκτυο, τα κινητά, τα videogames και οι κοινωνικές πλατφόρμες.
Η αλλαγή αυτή δεν σημαίνει ότι τα παιδιά σήμερα δεν παίζουν, δεν δημιουργούν φιλίες ή δεν χρησιμοποιούν τη φαντασία τους.
Απλώς ένα μεγάλο κομμάτι της παιδικής ζωής μεταφέρθηκε και σε ψηφιακούς χώρους.
Οι οθόνες δεν είναι από μόνες τους ο εχθρός
Είναι εύκολο, όταν θυμόμαστε τα δικά μας παιδικά χρόνια, να πιστεύουμε ότι «εμείς περνούσαμε καλύτερα».
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μάθηση, επικοινωνία, δημιουργία και παιχνίδι. Παράλληλα όμως, η πολύωρη καθιστική χρήση οθονών μπορεί να περιορίσει τον χρόνο που απομένει για κίνηση, ύπνο και δραστηριότητες έξω από το σπίτι.
Γι’ αυτό το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα ένα παιδί να μεγαλώσει χωρίς τεχνολογία, αλλά να υπάρχει ισορροπία.
Το παιχνίδι έξω εξακολουθεί να είναι σημαντικό
Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι η ανάγκη των παιδιών να κινούνται και να παίζουν.
Το ελεύθερο παιχνίδι δίνει την ευκαιρία να τρέξουν, να δημιουργήσουν δικούς τους κανόνες, να συνεργαστούν και να λύσουν μόνα τους μικρές διαφωνίες.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δίνει ιδιαίτερη σημασία στη σωματική δραστηριότητα και στο ενεργό παιχνίδι από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής.
Δεν χρειάζεται μάλιστα να υπάρχει μια παλιά χωμάτινη αλάνα. Ένα πάρκο, μια αυλή, ένα γήπεδο ή ένας ασφαλής ανοιχτός χώρος μπορούν να παίξουν τον ίδιο ρόλο.
Ίσως αυτό που μας λείπει περισσότερο δεν είναι η αλάνα
Ίσως αυτό που πραγματικά νοσταλγούμε να μην είναι το χώμα, οι πέτρες ή οι βόλοι.
Ίσως είναι εκείνη η αίσθηση ότι είχαμε μπροστά μας ένα ολόκληρο απόγευμα χωρίς πρόγραμμα.
Ότι μπορούσαμε να βαρεθούμε και ύστερα να εφεύρουμε μόνοι μας κάτι για να παίξουμε.
Ότι μια παρέα παιδιών μπορούσε να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο χρησιμοποιώντας σχεδόν τίποτα.
Κάθε γενιά έχει τη δική της παιδική ηλικία
Τα σημερινά παιδιά πιθανότατα θα νοσταλγήσουν κάποτε πράγματα που οι μεγαλύτεροι σήμερα δεν καταλαβαίνουν.
Θα θυμούνται παιχνίδια, τραγούδια, φίλους, σχολικές αυλές, διακοπές και ίσως ακόμη και διαδικτυακές στιγμές που για εκείνα είχαν πραγματική σημασία.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να αποφασίσουμε ποια γενιά είχε την «καλύτερη» παιδική ηλικία.
Αξίζει όμως να θυμόμαστε πόσο σημαντικό είναι να δίνουμε στα παιδιά χρόνο για ελεύθερο παιχνίδι, κίνηση, φίλους και λίγο χώρο όπου δεν είναι όλα οργανωμένα από τους μεγάλους.
Για όσους μεγαλώσαμε στις αλάνες, εκείνες οι φωνές δεν χάνονται
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, κάποιες εικόνες μένουν.
Η σκόνη μετά από ένα δυνατό σουτ. Οι βόλοι μέσα στην τσέπη. Τα γρατζουνισμένα γόνατα. Το κρυφτό μέχρι να σκοτεινιάσει.
Και κάπου μακριά, μια φωνή από ένα μπαλκόνι:
«Έλα πάνω, νύχτωσε!»
Τότε μπορεί να γκρινιάζαμε που το παιχνίδι τελείωνε.
Σήμερα, όμως, ίσως θα δίναμε πολλά για να γυρίσουμε για λίγα λεπτά σε εκείνη την αλάνα, να πιάσουμε ξανά την μπάλα και να ακούσουμε μία ακόμη φορά τις φωνές της παλιάς παρέας.












