Υπάρχουν μέρη που δεν τα θυμόμαστε μόνο για την ομορφιά τους, αλλά για τους ανθρώπους, τις ιστορίες και τις στιγμές που ζήσαμε εκεί. Ένα τέτοιο μέρος είναι η Παναγία η Γιάτρισσα στον Ταΰγετο, ένα από τα πιο αγαπημένα προσκυνήματα της Μάνης, όπου η πίστη συναντά την παράδοση και τις αναμνήσεις μιας άλλης εποχής.
Για όσους μεγαλώσαμε στα χωριά της περιοχής, ήταν σχεδόν αδιανόητο να τελειώσουν οι καλοκαιρινές διακοπές χωρίς να ανέβουμε στη Γιάτρισσα. Το προσκύνημα ήταν μια ολόκληρη εμπειρία: περπάτημα στο βουνό, ιστορίες από τις γιαγιάδες, παξιμάδια κάτω από τα δέντρα, προσευχές και, στο τέλος, η μεγάλη χαρά της άφιξης στο μοναστήρι.
Η Παναγία Γιάτρισσα και τα παλιά μονοπάτια του Ταΰγετου
Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε ο δρόμος που οδηγεί από τη δυτική πλευρά της μονής. Για τους προσκυνητές που ξεκινούσαν από τα γύρω χωριά, ο ποδαρόδρομος ήταν η μοναδική επιλογή.
Δύο βασικά μονοπάτια οδηγούσαν στο μοναστήρι. Το ένα ξεκινούσε από τη Φινάσια, στο Καρυοβούνι, και το άλλο από τη Μηλιά. Το μονοπάτι της Μηλιάς ήταν συνήθως πιο καθαρό και πιο σύντομο, γι’ αυτό το προτιμούσαν πολλοί προσκυνητές.
Με την κατασκευή των δρόμων, η πρόσβαση στο μοναστήρι έγινε ευκολότερη. Στις γνωστές διαδρομές περιλαμβάνονται εκείνη μέσω Αιγιών Γυθείου και η ορεινή προσέγγιση από την πλευρά του Δάσους της Βασιλικής, με διαδρομές που περνούν μέσα από το εντυπωσιακό φυσικό τοπίο του Ταΰγετου.
Η θέα προς τον Μεσσηνιακό και τον Λακωνικό κόλπο, με τα Κύθηρα να διακρίνονται στον ορίζοντα όταν το επιτρέπει η ατμόσφαιρα, είναι από τις εικόνες που μένουν στη μνήμη. Οι ομίχλες και οι ξαφνικές αλλαγές του καιρού θυμίζουν πως το βουνό έχει πάντα τους δικούς του κανόνες.
Υπάρχει και ο δρόμος από τη Μηλιά, που ακολουθεί σε σημεία την κατεύθυνση του παλιού μονοπατιού. Μαζί με την αλλαγή της διαδρομής, όμως, χάθηκαν από την καθημερινή εμπειρία των προσκυνητών και ορισμένα σημεία που είχαν συνδεθεί με τις παιδικές μας αναμνήσεις.
Το απολιθωμένο φίδι και τα δίδυμα αδέρφια των παλιών θρύλων
Πού πήγε το απολιθωμένο φίδι; Τι απέγιναν τα δίδυμα αδέρφια; Για εμάς τα παιδιά, αυτές οι ερωτήσεις είχαν κάποτε τεράστια σημασία.
Ήταν πέτρες και φυσικοί σχηματισμοί που η λαϊκή φαντασία είχε ντύσει με ιστορίες αμαρτίας και τιμωρίας. Οι μεγαλύτερες γυναίκες μάς διηγούνταν τους θρύλους καθώς ανεβαίναμε το βουνό, μεταφέροντας από γενιά σε γενιά τις αφηγήσεις που είχαν ακούσει και οι ίδιες.
Οι γριές προσκυνήτριες μάς μυούσαν στη σημασία κάθε παράξενης πέτρας, κάθε στροφής και κάθε σημείου του μονοπατιού. Μέσα σε αυτές τις ιστορίες, η χριστιανική πίστη συναντούσε παλιότερους φόβους και λαϊκές δοξασίες.
Ο φόβος της θεϊκής τιμωρίας γινόταν μερικές φορές ένας τρόπος να πειθαρχούν τα παιδιά. Για λίγα λεπτά οι τρομακτικές διηγήσεις πετύχαιναν τον σκοπό τους.
Ύστερα, όμως, η παιδική ορμή νικούσε τους θρύλους. Αρχίζαμε να τρέχουμε στο βουνό, αφήνοντας τις μητέρες και τις γιαγιάδες να ακολουθούν με τον δικό τους, αργό ρυθμό.

Η πηγή με το κρύο νερό και τα παξιμάδια των γιαγιάδων
Κάπου στα δύο τρίτα της διαδρομής υπήρχε μια μικρή πηγή, με κρυστάλλινο νερό, κάτω από παλιές καρυδιές και έλατα. Ήταν το σημείο όπου τα παιδιά σταματούσαμε υποχρεωτικά για να περιμένουμε τους μεγαλύτερους.
Εκεί έβγαιναν από τα σακούλια τα παξιμάδια, το λάδι, οι ντομάτες και το τυρί. Ένα απλό φαγητό που, ύστερα από την ανηφόρα, έμοιαζε με το καλύτερο γεύμα του κόσμου.
Οι γιαγιάδες και οι μανάδες κουβαλούσαν πολύ περισσότερα από τρόφιμα. Μαζί τους είχαν τους πόνους και τους καημούς τους, τις προσευχές και τα τάματά τους.
Η μία περπατούσε ξυπόλητη επειδή έτσι είχε τάξει στην Παναγία. Η άλλη κουβαλούσε μια καρέκλα, μια κουβέρτα, μια εικόνα ή ακόμη και ένα νυφικό. Κάποια άλλη οδηγούσε ένα αρνί που προοριζόταν ως προσφορά στο μοναστήρι.
Πολλά από αυτά τα δώρα δεν προορίζονταν μόνο για τη μονή, αλλά και για να εξυπηρετήσουν άλλους προσκυνητές. Μέσα στον κόπο και την κακουχία φαινόταν μια βαθιά ανθρώπινη πλευρά της πίστης: το νοιάξιμο για τον άλλον, ακόμη και για τον άγνωστο.
Από ψηλά μπορούσε κανείς να δει μια ατελείωτη σειρά γυναικών φορτωμένων με τα πράγματά τους. Η εικόνα θύμιζε τις γυναίκες της Πίνδου του 1940, που κουβαλούσαν πολεμοφόδια μέσα στα βουνά.
Μόνο που αυτές οι γυναίκες κουβαλούσαν τα δικά τους πολεμοφόδια: την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη τους, για να αντέξουν οι ίδιες και οι οικογένειές τους τις δυσκολίες της ζωής.
Η Αγγέλω που ανέβαινε πρώτη και τραγουδούσε δυνατά
Ανάμεσα στις γυναίκες ξεχώριζε πάντα η Αγγέλω. Ήταν μια γεροδεμένη εβδομηντάρα, με αντοχές που θα ζήλευαν πολλοί νέοι.
Η Αγγέλω ανέβαινε πρώτη, πολύ μπροστά από τις υπόλοιπες. Κι όταν δεν τις πείραζε για την αργοπορία τους, τραγουδούσε δυνατά με την όμορφη φωνή της.
Ακόμη και εμείς τα παιδιά τη θαυμάζαμε. Είχε μια απίστευτη ζωντάνια και μια διάθεση που έκανε την κουραστική διαδρομή να μοιάζει ευκολότερη.
Για τα παιδιά, η ανάβαση μπορούσε να διαρκέσει περίπου μία ώρα. Με τις στάσεις, τις ιστορίες και το φαγητό στην πηγή, ο χρόνος γινόταν εύκολα δίωρο. Για τις μητέρες και τις γιαγιάδες, φορτωμένες όπως ήταν, η διαδρομή μπορούσε να φτάσει και τις τέσσερις ώρες.
Όταν, όμως, αντικρίζαμε το μοναστήρι, ο κόπος έμοιαζε να χάνεται.
Το μοναστήρι που μοιάζει με κάστρο πάνω στον Ταΰγετο
Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Γιάτρισσας βρίσκεται ψηλά στον Ταΰγετο, στην περιοχή της Καστάνιας του Δήμου Ανατολικής Μάνης. Είναι αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου και γιορτάζει κάθε χρόνο στις 8 Σεπτεμβρίου.
Το μοναστήρι, με την επιβλητική του όψη, θυμίζει κάστρο μέσα στο ορεινό τοπίο. Η θέα, η ησυχία του βουνού και η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που δύσκολα ξεχνά ο επισκέπτης.
Για τους παλιούς προσκυνητές, η άφιξη ήταν η ανταμοιβή μιας μεγάλης προσπάθειας. Ο ναός, που στα μάτια μας έμοιαζε με καράβι ή με κιβωτό, η εικόνα της Παναγίας, οι λαμπάδες, το λιβάνι, τα τάματα και οι άρτοι συνέθεταν έναν κόσμο γεμάτο συγκίνηση.
Ιδιαίτερη θέση στη λατρευτική ζωή της μονής έχει η εικόνα που συνδέεται με τη Γέννηση της Θεοτόκου και την οποία οι πιστοί τιμούν ως θαυματουργή.
Η Γιάτρισσα δεν ήταν μόνο τόπος προσευχής. Ήταν και τόπος συνάντησης των ανθρώπων της Μάνης, που αντάμωναν εκεί με συγγενείς, φίλους και παλιούς γνωστούς.

Τα βιολιά έξω από το μοναστήρι και η χαρά του πανηγυριού
Μαζί με τις προσευχές και τις εκκλησιαστικές ακολουθίες υπήρχαν και τα βιολιά. Έξω από το μοναστήρι, κοντά στις αυτοσχέδιες ψησταριές, οι μουσικοί έδιναν τον δικό τους τόνο στη γιορτή.
Για κάποιους αυτό έμοιαζε παράταιρο με την αυστηρότητα της μοναστηριακής ζωής. Για τους ανθρώπους, όμως, που περνούσαν ολόκληρη τη χρονιά δουλεύοντας στα χωράφια και στα βουνά, ήταν μια από τις λιγοστές ευκαιρίες για γλέντι.
Η Γιάτρισσα χωρούσε και τις δύο πλευρές της ζωής. Την προσευχή και το τραγούδι, το κερί και το βιολί, τη σιωπή του ναού και τα γέλια της παρέας.
Άλλωστε, η γιορτή της Γέννησης της Θεοτόκου ήταν για τους πιστούς μια ημέρα χαράς. Κι αυτή η χαρά εκφραζόταν με τον τρόπο που γνώριζαν οι άνθρωποι της περιοχής.
Ο μητροπολίτης Σωτήριος και οι αξέχαστες ιστορίες του
Μια ξεχωριστή θέση στις αναμνήσεις από τη Γιάτρισσα κατέχει ο μακαριστός μητροπολίτης Γυθείου και Οιτύλου Σωτήριος.
Ήταν ένας άνθρωπος με ιδιαίτερη αγάπη για το μοναστήρι και την περιοχή. Του άρεσε να επισκέπτεται τα χωριά, να μένει στα σπίτια των ιερέων, να συζητά με τους κατοίκους στα καφενεία και να δίνει ποιμαντικές συμβουλές με απλό, ανθρώπινο τρόπο.
Αγαπούσε ιδιαίτερα τη Γιάτρισσα και προσπαθούσε να περνά εκεί όσο περισσότερο χρόνο μπορούσε, ιδιαίτερα τις ημέρες γύρω από την πανήγυρη.
Σύμφωνα με μια χαρακτηριστική αφήγηση, είχε κάποτε αποφασίσει να ανεγείρει έναν μεγαλύτερο ναό κοντά στον παλιό. Είχαν συγκεντρωθεί χρήματα από δωρεές και οι εργασίες ξεκίνησαν, αλλά το έδαφος αποδείχθηκε ακατάλληλο και το έργο σταμάτησε στα θεμέλια.
Ο ίδιος αντιμετώπισε την αποτυχία με ταπεινότητα, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν ήθελε η Παναγία τη ματαιοδοξία μας».
Ο αγιασμός που ξυπνούσε τους κοιμισμένους προσκυνητές
Οι παλιοί θυμούνται και μια χιουμοριστική συνήθεια του μητροπολίτη Σωτηρίου κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας.
Ο ίδιος συνήθιζε να περιγράφει τις ακολουθίες σαν τρία «ημίχρονα»: πρώτο ο εσπερινός, δεύτερο η αγρυπνία και τρίτο η πρωινή Θεία Λειτουργία.
Δεν είχαν όμως όλοι οι προσκυνητές τις ίδιες αντοχές. Μερικοί, ύστερα από την πολύωρη πεζοπορία, το προσκύνημα, το φαγητό και το γλέντι, αποσύρονταν στα κελιά για να ξεκουραστούν.
Ο μητροπολίτης δεν έβλεπε με καλό μάτι το γεγονός ότι ορισμένοι προτιμούσαν τον ύπνο από την αγρυπνία. Έτσι, σύμφωνα με τις διηγήσεις, έπαιρνε ένα τεράστιο μάτσο βασιλικό, βουτηγμένο στον αγιασμό, και περνούσε από τα κελιά.
Με τον βασιλικό ράντιζε τόσο γενναιόδωρα τους κοιμισμένους προσκυνητές, ώστε πολλοί πετάγονταν τρομαγμένοι από τα στρώματά τους.
Στην αρχή ακούγονταν φωνές και διαμαρτυρίες. Μόλις, όμως, οι μισοκοιμισμένοι καταλάβαιναν ότι εκείνος που τους είχε καταβρέξει ήταν ο ίδιος ο δεσπότης, ακολουθούσε αμηχανία.
Κι όταν εκείνος απομακρυνόταν, τα κελιά γέμιζαν τρανταχτά γέλια. Μια ιστορία που έμεινε ζωντανή στη μνήμη των ανθρώπων, γιατί φανέρωνε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα εκείνων των χρόνων.
Ο βοσκός που ζήτησε από τον δεσπότη να αλλάξουν γκλίτσες
Ο Σωτήριος συνήθιζε να κάνει παρέα με τους βοσκούς της περιοχής. Το γειτονικό Καρτήλιο, με τις στάνες και τα κοπάδια του, ήταν ένας κόσμος που γνώριζε καλά.
Μια χρονιά αποφάσισε να απαγορεύσει τα βιολιά στο πανηγύρι, επειδή θεωρούσε πως δεν ταίριαζαν με τον χαρακτήρα της μονής.
Η απόφαση στενοχώρησε ιδιαίτερα τους τσοπάνηδες. Για πολλούς από αυτούς, το πανηγύρι της Γιάτρισσας ήταν η μεγάλη τους χαρά μέσα στη χρονιά.
Ένας βοσκός, ο Στράτης, που διατηρούσε φιλική σχέση με τον μητροπολίτη, αποφάσισε να του μιλήσει.
«Δέσποτα», του είπε, «μας στενοχώρησες. Όλοι εμείς οι τσοπάνηδες μία χαρά είχαμε όλο τον χρόνο, τα βιολιά της Γιάτρισσας, κι εσύ μας τη στέρησες. Σε παρακαλώ, άσε τα όργανα. Ας παίζουν λιγότερο, αν ενοχλούν τη λειτουργία, αλλά να χαρούμε κι εμείς λίγο».
Ο μητροπολίτης τον άκουσε και του απάντησε με χιούμορ:
«Μη στενοχωριέσαι, Στράτη. Ποιμένας εγώ, ποιμένας κι εσύ, θα τα βρούμε!»
Ο Στράτης, χωρίς να χάσει στιγμή, του αποκρίθηκε:
«Αφού είμαστε ποιμένες κι οι δύο, δεν αλλάζουμε γκλίτσες;»
Η ατάκα άρεσε τόσο πολύ στον Σωτήριο, ώστε, σύμφωνα με την αφήγηση, δέχθηκε να επιτρέψει ξανά τη μουσική, θέτοντας ορισμένα όρια ώστε να μην ενοχλούνται οι ακολουθίες.
Έτσι, η προσευχή και το γλέντι συνέχισαν να συνυπάρχουν στη μεγάλη γιορτή της Γιάτρισσας.

Οι αγρυπνίες, οι βαπτίσεις και οι άνθρωποι της Μάνης
Οι εκκλησιαστικές ακολουθίες της Γιάτρισσας είχαν ιδιαίτερη ομορφιά. Οι ψάλτες από το Γύθειο αναλάμβαναν παραδοσιακά τον εσπερινό και τη Θεία Λειτουργία, ενώ οι Δυτικοί Μανιάτες έψαλλαν στην αγρυπνία.
Παλαιότερα γίνονταν και πολλές βαπτίσεις παιδιών που οι γονείς τους είχαν τάξει στην Παναγία. Για τις οικογένειες αυτές, το μοναστήρι αποκτούσε ξεχωριστή σημασία, καθώς συνδεόταν με μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής τους.
Δεν έλειπαν και τα απρόοπτα, που έδιναν αφορμή για χαμόγελα και ιστορίες οι οποίες επαναλαμβάνονταν για χρόνια.
Μια τέτοια διήγηση αφορά έναν πανύψηλο μητροπολίτη, με καταγωγή από το Γύθειο, που είχε επισκεφθεί τη μονή για να χοροστατήσει σε ακολουθία.
Καθώς βγήκε να θυμιάσει, η επισκοπική μίτρα του μπλέχτηκε στον πολυέλαιο κοντά στην Ωραία Πύλη. Ο μητροπολίτης συνέχισε προς το Ιερό, αλλά η μίτρα έμεινε κρεμασμένη!
Χρειάστηκε αρκετή προσπάθεια από έναν ιερέα για να την κατεβάσει, ενώ οι προσκυνητές προσπαθούσαν με δυσκολία να συγκρατήσουν τα γέλια τους.
Τέτοιες μικρές ιστορίες, άλλοτε συγκινητικές και άλλοτε ξεκαρδιστικές, αποτελούν μέρος της ζωντανής μνήμης του μοναστηριού.
Η ιστορία της Παναγίας Γιάτρισσας και οι παλιές παραδόσεις
Η ιστορία της μονής χάνεται αρκετούς αιώνες πίσω, αν και η ακριβής χρονολογία της αρχικής ίδρυσής της δεν έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση και παλαιότερες ιστορικές αφηγήσεις, στην περιοχή υπήρχε κατά την αρχαιότητα ιερό αφιερωμένο στη θεά Αθηνά. Η μεταγενέστερη σύνδεση του χώρου με τη χριστιανική λατρεία περιγράφεται με διαφορετικό τρόπο στις πηγές και δεν είναι όλες οι λεπτομέρειες βέβαιες.
Η παράδοση συνδέει επίσης την αναβίωση της μονής με τον Κυριακούλη Ηλιαφέντη και τη σύζυγό του Μαρία, που κατά τον 17ο αιώνα φέρονται να εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και να συνέβαλαν στην ανοικοδόμησή της.
Πέρα από τις διαφορετικές ιστορικές εκδοχές, εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η βαθιά σχέση της Παναγίας Γιάτρισσας με τους ανθρώπους της Μάνης.
Για πολλές γενιές υπήρξε τόπος προσευχής, τάματος, παρηγοριάς και συνάντησης. Οι πιστοί ανέβαιναν στο βουνό αναζητώντας δύναμη, ελπίδα και πνευματική ανάπαυση.
Παναγία Γιάτρισσα, ένα προσκύνημα γεμάτο μνήμες και αγάπη
Όσο κι αν αλλάζουν οι δρόμοι, οι συνήθειες και οι άνθρωποι, η Γιάτρισσα παραμένει δεμένη με τη ζωή της Μάνης.
Εδώ η ικεσία συναντά την ευχαριστία, η πίστη την περιέργεια, η αγάπη τη συνήθεια, το κεράκι τα βιολιά και η προσευχή τις ανθρώπινες κουβέντες.
Στη μνήμη όσων περπατήσαμε τα παλιά μονοπάτια ζουν ακόμη οι γιαγιάδες με τα τάματα, τα παιδιά που έτρεχαν στην ανηφόρα, η Αγγέλω που τραγουδούσε, ο Στράτης με τη γκλίτσα του και ο δεσπότης που ξυπνούσε τους προσκυνητές με τον αγιασμό.
Κάθε χρόνο, στις 8 Σεπτεμβρίου, η εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου δίνει την ευκαιρία στους πιστούς να ανταμώσουν ξανά στη Γιάτρισσα, στην κορυφή του αγαπημένου τους βουνού.
Μνήμες, χαρές, ανάγκες και θλίψεις σμίγουν σε έναν τόπο όπου ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να αφήσει για λίγο πίσω του τα βάρη της καθημερινότητας.
Και μέσα από αυτές τις αναμνήσεις γεννιέται πάντα η ίδια ευχή:
«Να είμαστε καλά, Παναγία μου, και του χρόνου να ανταμώσουμε ξανά στην κορφή σου. Κι εσύ να μας λυτρώνεις από κάθε ανάγκη και θλίψη, γλυκιά μας Παναγία Γιάτρισσα».












