Μερικές αναμνήσεις δεν ξεθωριάζουν ποτέ. Αρκεί μια κουβέντα με παλιούς συμμαθητές, μια φωτογραφία ή ένα σχολικό βιβλίο για να γυρίσουμε ξαφνικά πολλά χρόνια πίσω, τότε που το μεγαλύτερο πρόβλημά μας ήταν αν θα προλαβαίναμε να αγοράσουμε κάτι από το κυλικείο πριν χτυπήσει το κουδούνι.
Τα χρόνια του Δημοτικού έχουν μια ξεχωριστή θέση στη μνήμη μας. Οι πρώτες φιλίες, οι δάσκαλοι, οι ατελείωτες ώρες παιχνιδιού και εκείνες οι μικρές καθημερινές αγωνίες μάς άφησαν εικόνες που θυμόμαστε ακόμη με νοσταλγία. Υπάρχουν μάλιστα έξι χαρακτηριστικές στιγμές που μπορούν να μας ταξιδέψουν κατευθείαν πίσω στα παιδικά μας χρόνια.
1. Το σπρωξίδι στο κυλικείο

Χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα και ξεκινούσε η μεγάλη επιχείρηση: να φτάσουμε στο κυλικείο πριν από τους υπόλοιπους!
Ειδικά στα πρώτα διαλείμματα, όταν πεινούσαμε, η υπομονή ήταν άγνωστη λέξη. Σπρωχνόμασταν, φωνάζαμε, γελούσαμε και προσπαθούσαμε να τραβήξουμε την προσοχή της κυρίας που εξυπηρετούσε.
«Κυρία, ένα κουλούρι!» ακουγόταν από τη μία πλευρά. «Εγώ ήμουν πρώτος!» φώναζε κάποιος άλλος, ενώ ένας τρίτος προσπαθούσε να χωθεί ανάμεσα στους μεγαλύτερους.
Και όταν επιτέλους φτάναμε μπροστά, ερχόταν μερικές φορές η μεγάλη έκπληξη: «Εσύ μου χρωστάς κι από χθες!»
Εκείνη τη στιγμή ψάχναμε απελπισμένα τις τσέπες μας, ελπίζοντας να βρούμε κανένα ξεχασμένο κέρμα.
2. Η περίφημη ανακοίνωση «Όλοι κάτω από τα υπόστεγα!»

Έπαιζες ανέμελος στην αυλή με τους φίλους σου, όταν ξαφνικά άρχιζαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες της βροχής.
Και τότε ακουγόταν από το μεγάφωνο ή από κάποιον εφημερεύοντα δάσκαλο η γνωστή εντολή: «Όλοι κάτω από τα υπόστεγα!»
Λες και ερχόταν καταιγίδα που θα παρέσυρε ολόκληρο το σχολείο, τρέχαμε όλοι μαζί προς το πιο κοντινό υπόστεγο.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στριμωχνόμασταν δεκάδες παιδιά σε έναν μικρό χώρο. Οι μπάλες έμεναν στην άκρη, τα παιχνίδια σταματούσαν και το διάλειμμα έχανε ξαφνικά όλη τη μαγεία του.
Το μόνο που κάναμε ήταν να κοιτάμε τη βροχή και να περιμένουμε πότε θα μπορούσαμε να ξαναβγούμε στην αυλή.
3. Η αγωνία μήπως μας ξεχάσουν στο σχόλασμα

Αυτή ήταν μια από τις μεγαλύτερες αγωνίες μας, ιδιαίτερα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού.
Χτυπούσε το τελευταίο κουδούνι, παίρναμε τη σάκα μας και βγαίναμε γεμάτοι χαρά στην έξοδο. Εκεί άρχιζε η αναμονή για τη μαμά, τον μπαμπά, τη γιαγιά ή όποιον θα ερχόταν να μας πάρει.
Στην αρχή όλα ήταν καλά. Βλέπαμε τους συμμαθητές μας να φεύγουν ένας ένας και συνεχίζαμε να περιμένουμε.
Όσο όμως άδειαζε η αυλή, τόσο μεγάλωνε η ανησυχία.
«Λες να με ξέχασαν;» σκεφτόμασταν, κοιτάζοντας συνεχώς προς τον δρόμο.
Και μόλις βλέπαμε από μακριά το γνώριμο πρόσωπο που περιμέναμε, όλη εκείνη η αγωνία εξαφανιζόταν μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.
4. Η αγωνία για το ποια δασκάλα ή ποιον δάσκαλο θα έχουμε

Κάθε καινούργια σχολική χρονιά έφερνε μαζί της μια μεγάλη απορία: ποιος θα ήταν ο δάσκαλος ή η δασκάλα μας;
Αν την προηγούμενη χρονιά είχαμε κάποιον που αγαπούσαμε ιδιαίτερα, ελπίζαμε να τον ξαναέχουμε. Αν πάλι ήταν πολύ αυστηρός, ευχόμασταν να αλλάξουμε τάξη και να βρεθούμε με κάποιον πιο χαμογελαστό.
Οι πληροφορίες κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα στην αυλή.
«Αυτή βάζει πολλές ασκήσεις!» έλεγε κάποιος. «Ο άλλος δεν μαλώνει ποτέ!» απαντούσε ένας συμμαθητής.
Κι εμείς προσπαθούσαμε να φανταστούμε πώς θα ήταν η χρονιά μας, βασισμένοι σε όσα ακούγαμε από τα μεγαλύτερα παιδιά.
Το παράξενο είναι ότι πολλούς από εκείνους τους δασκάλους τους θυμόμαστε ακόμη. Όχι μόνο για όσα μας έμαθαν, αλλά και για τον τρόπο που μας φέρθηκαν, τις συμβουλές τους και τις μικρές στιγμές μέσα στην τάξη.
5. Το θρυλικό παγουρίνο που κουβαλούσαμε παντού

Δεν ήταν απλώς ένα παγούρι. Ήταν το περίφημο παγουρίνο, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αντικείμενα των σχολικών μας χρόνων.
Το παίρναμε μαζί μας κάθε πρωί, συνήθως γεμάτο από το σπίτι, και πολλές φορές το ξαναγεμίζαμε στις βρύσες του σχολείου.
Μπορεί στο κυλικείο να υπήρχαν εμφιαλωμένα νερά, αλλά η ελληνίδα μάνα επέμενε: «Να πάρεις το παγουρίνο σου και να πίνεις νερό!»
Και φυσικά δεν ήταν όλα τα παγουρίνα ίδια. Κάποια είχαν αγαπημένους ήρωες κινουμένων σχεδίων, άλλα έντονα χρώματα και άλλα σχέδια που ταίριαζαν με τη σχολική τσάντα.
Για εμάς ήταν μικρός θησαυρός. Μέχρι που το ξεχνούσαμε κάτω από το θρανίο, το χάναμε στην αυλή ή ανακαλύπταμε ότι είχε ανοίξει μέσα στη σάκα και είχε βρέξει όλα τα τετράδια!
6. Το πρώτο βιβλίο της Γλώσσας στην Α΄ Δημοτικού

Και φτάνουμε ίσως στην πιο τρυφερή ανάμνηση από όλες: το πρώτο μας βιβλίο της Γλώσσας.
Εκείνο το βιβλίο με το οποίο αρχίσαμε να αναγνωρίζουμε γράμματα, να σχηματίζουμε λέξεις και να διαβάζουμε τις πρώτες μας προτάσεις.
Μπορεί να έχουμε ξεχάσει τα εξώφυλλα δεκάδων άλλων σχολικών βιβλίων, αλλά το αναγνωστικό της πρώτης τάξης έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη πολλών από εμάς.
Κάποιοι θυμούνται ακόμη τον Μίμη, τη Λόλα και την Άννα από τα παλιά αναγνωστικά. Άλλοι έχουν στο μυαλό τους διαφορετικούς ήρωες, ανάλογα με την εποχή που πήγαν σχολείο.
Και όσοι φύλαξαν το βιβλίο τους, ίσως το έχουν ακόμη σε κάποια βιβλιοθήκη ή σε ένα κουτί με παλιά πράγματα.
Το πιο συγκινητικό είναι όταν το ανοίγεις ύστερα από πολλά χρόνια και βλέπεις τα πρώτα σου γράμματα. Εκείνες τις στραβές γραμμές, τις αστείες προσπάθειες να γράψεις σωστά και τις διορθώσεις με το κόκκινο μολύβι.
Τότε συνειδητοποιείς πόσο μακριά έχεις φτάσει από εκείνο το μικρό παιδί που προσπαθούσε να μάθει την αλφαβήτα.
Οι μικρές στιγμές του Δημοτικού που μένουν για πάντα μέσα μας
Φυσικά, οι αναμνήσεις από το Δημοτικό δεν σταματούν σε αυτά τα έξι πράγματα. Είναι οι σχολικές γιορτές, οι εκδρομές, τα παιχνίδια στο προαύλιο, οι καλύτεροι φίλοι, οι πρώτοι τσακωμοί και τα γέλια που κάναμε χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Δεν ήταν όλες οι ημέρες εύκολες. Υπήρχαν απογοητεύσεις, φόβοι, καβγάδες και στιγμές που θέλαμε απλώς να γυρίσουμε στο σπίτι. Όμως, όταν κοιτάζουμε πίσω, πολλές από τις μικρές δυσκολίες μοιάζουν διαφορετικές και συχνά δίνουν τη θέση τους σε ένα νοσταλγικό χαμόγελο.
Κι αν τύχει να συναντήσουμε ύστερα από χρόνια έναν αγαπημένο δάσκαλο ή μια αγαπημένη δασκάλα, είναι σαν να επιστρέφουμε για λίγο στο παλιό μας θρανίο.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο όμορφο με τις αναμνήσεις του Δημοτικού. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, ένα κομμάτι από εκείνο το παιδί παραμένει μέσα μας.
Και κάπου βαθιά στη μνήμη μας, το κουδούνι χτυπάει ακόμη για διάλειμμα.












