Μια γυναίκα που έχασε ξαφνικά τον άνθρωπό της, έμεινε μόνη με δύο νεογέννητα παιδιά και αναγκάστηκε να πουλά κεριά έξω από μια εκκλησία για να εξασφαλίσει το φαγητό τους. Χρόνια αργότερα, σύμφωνα με την αφήγησή της, κατάφερε να γίνει ιδιοκτήτρια μιας μεγάλης επιχείρησης.
Η ιστορία, που αποδίδεται σε μια γυναίκα ονόματι Νεκταρία, είναι μια συγκινητική αφήγηση για την απώλεια, τη μητρότητα, τη σκληρή δουλειά και τους ανθρώπους που μας βοηθούν στις πιο δύσκολες στιγμές. Παρατίθεται ως προσωπική μαρτυρία, χωρίς να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα τα περιστατικά.
«Έχασα τον άνθρωπό μου και έμεινα μόνη με δύο μωρά 20 ημερών»
Καλησπέρα στην ομάδα σας. Με λένε Νεκταρία και αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας την ιστορία της ζωής μου. Μια ιστορία που ξεκίνησε με πόνο, συνεχίστηκε με πολλές δυσκολίες και μου έμαθε ότι ποτέ δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για τον τίμιο αγώνα μας.
Ο σύντροφός μου ήταν φωτογράφος. Εργαζόταν σε γάμους και βαφτίσεις, πολλές φορές από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα, για να μπορούμε να ζούμε αξιοπρεπώς.
Εκείνη την περίοδο είχαμε αποκτήσει δύο αγοράκια, δίδυμα, που ήταν μόλις 20 ημερών. Ήμασταν κουρασμένοι, αλλά γεμάτοι όνειρα για την οικογένειά μας.
Μια μέρα πήγε να φωτογραφίσει έναν γάμο. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού έπεσαν μπαλωθιές και μια σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι. Σύμφωνα με όσα έμαθα, ο θάνατός του ήταν ακαριαίος.
Δεν πρόλαβα ούτε να τον αποχαιρετήσω.
Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα μόνη, με δύο μωρά στην αγκαλιά μου και χωρίς να ξέρω πώς θα συνεχίσω τη ζωή μου. Δεν είχα χρόνο να καταλάβω τι είχε συμβεί. Τα παιδιά μου χρειάζονταν φαγητό, φροντίδα και μια μητέρα που έπρεπε να σταθεί όρθια.
Μέσα σε λίγους μήνες βρεθήκαμε χωρίς σπίτι
Σαν να μην έφτανε ο θάνατός του, ακολούθησαν σοβαρά προβλήματα με το σπίτι όπου μέναμε.
Ο σύντροφός μου είχε ένα παιδί από προηγούμενο γάμο. Μετά τον θάνατό του, δημιουργήθηκε διαμάχη για την περιουσία του και το μερίδιο του παιδιού εκείνου.
Το σπίτι ήταν στο όνομά του. Εμείς δεν είχαμε προλάβει να παντρευτούμε, ούτε είχε ολοκληρωθεί η επίσημη αναγνώριση των διδύμων. Τα είχαμε αφήσει για αργότερα, πιστεύοντας ότι είχαμε μπροστά μας όλο τον χρόνο του κόσμου.
Δεν γνωρίζω πώς να περιγράψω όλες τις νομικές διαδικασίες εκείνης της περιόδου. Θυμάμαι μόνο ότι δεν είχα χρήματα για να αντιμετωπίσω την κατάσταση όπως θα ήθελα και πως, μέσα σε περίπου έξι μήνες, αναγκαστήκαμε να φύγουμε από το σπίτι.
Βρέθηκα χωρίς δική μου στέγη, χωρίς εργασία και με δύο βρέφη που εξαρτιόνταν αποκλειστικά από εμένα.
Μια θεία μου μάς φιλοξένησε προσωρινά. Της ήμουν ευγνώμων, αλλά καταλάβαινα ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Μετά από δύο εβδομάδες είχε αρχίσει να δυσανασχετεί.
Έπρεπε να βρω δουλειά. Οποιαδήποτε δουλειά.
«Με 500 δραχμές αγόρασα κεριά και στάθηκα έξω από μια εκκλησία»
Έψαχνα απεγνωσμένα για εργασία, αλλά κανείς δεν με προσλάμβανε. Είχα δύο μικρά παιδιά και δεν είχα άνθρωπο να τα κρατά σε σταθερή βάση.
Μια μέρα, καθώς περπατούσα στο κέντρο της Αθήνας, βρέθηκα μπροστά σε ένα κηροποιείο που λειτουργούσε και ως αποθήκη. Μπήκα μέσα σχεδόν χωρίς να το σκεφτώ.
Είχα στην τσέπη μου 500 δραχμές. Ήταν πριν από την εποχή του ευρώ και αυτά ήταν σχεδόν όλα τα χρήματα που μου είχαν απομείνει.
Αγόρασα όσα κεριά μπορούσα, τα πήρα στα χέρια μου και έτρεξα έξω από μια εκκλησία. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή.
Άρχισα να πουλάω κεριά στον κόσμο που ερχόταν να προσκυνήσει.
Και προς μεγάλη μου έκπληξη, τα πούλησα όλα.
Με τα χρήματα που συγκέντρωσα αγόρασα περισσότερα κεριά και επέστρεψα. Για τέσσερις ημέρες και τέσσερις νύχτες βρισκόμουν σχεδόν συνεχώς στο πόδι, πηγαίνοντας από την εκκλησία στο κηροποιείο και πάλι πίσω.
Ήμουν εξαντλημένη, αλλά κάθε κερί που πουλούσα σήμαινε λίγο φαγητό ακόμη για τα παιδιά μου.
Η στιγμή που κρύφτηκα από ντροπή
Θυμάμαι κάτι που ακόμη και μετά από τόσα χρόνια δεν μπορώ να ξεχάσω.
Ενώ στεκόμουν έξω από την εκκλησία και πουλούσα κεριά, είδα από μακριά μια γυναίκα που γνώριζε τον σύντροφό μου. Μόλις την αναγνώρισα, πήγα και κρύφτηκα.
Ντράπηκα. Δεν ήθελα να με δει. Δεν ήθελα να μάθουν οι γνωστοί μας ότι είχα φτάσει στο σημείο να πουλάω κεριά στον δρόμο για να ζήσω τα παιδιά μου.
Τότε δεν μπορούσα να δω τα πράγματα διαφορετικά. Ήμουν πληγωμένη, φοβισμένη και ένιωθα ότι είχα χάσει τα πάντα.
Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να καταλάβω πως εκείνη τη μέρα δεν είχα κανέναν λόγο να ντρέπομαι.
Δεν έκανα κάτι κακό. Δούλευα τίμια για να μη λείψει τίποτα από τα παιδιά μου.
Ο ιερέας που μου έδωσε μια ευκαιρία
Με τον καιρό, ο ιερέας της εκκλησίας άρχισε να με γνωρίζει καλύτερα. Έμαθε την ιστορία μου και είδε ότι προσπαθούσα καθημερινά να σταθώ στα πόδια μου.
Αυτός ο άνθρωπος, που δεν θα ξεχάσω ποτέ, άρχισε να με βοηθά. Μου έδινε κάποιες φορές φαγητό και ρούχα για τα παιδιά.
Δεν έμεινε, όμως, μόνο σε αυτά.
Κάποια στιγμή μου πρότεινε να αναλάβω την καθαριότητα της εκκλησίας με αμοιβή. Δέχτηκα αμέσως.
Έτσι, μαζί με τα κεριά, άρχισα να εργάζομαι και στην καθαριότητα. Ορισμένες φορές αναγκαζόμουν να παίρνω και τα παιδιά μαζί μου, επειδή δεν είχα πού να τα αφήσω.
Δεν ήταν εύκολη ζωή. Υπήρχαν ημέρες που γύριζα τόσο κουρασμένη, ώστε μετά βίας μπορούσα να σταθώ όρθια. Αλλά είχα αρχίσει να κερδίζω τα δικά μου χρήματα.
Λίγο λίγο κατάφερα να αποταμιεύσω ένα μικρό ποσό. Κάποια στιγμή μπόρεσα να φύγω από το σπίτι της θείας μου και να νοικιάσω ένα μικρό σπίτι για εμένα και τα αγοράκια μου.
Δεν ήταν πολυτελές. Για εμένα, όμως, ήταν το ωραιότερο σπίτι του κόσμου, γιατί ήταν δικό μας και δεν ένιωθα πια ότι επιβαρύναμε κάποιον άλλον.
Πέντε χρόνια αργότερα ήρθε η πρόταση που άλλαξε τη ζωή μου
Τα χρόνια περνούσαν. Συνέχιζα να εργάζομαι στην εκκλησία και να μεγαλώνω τα παιδιά μου όσο καλύτερα μπορούσα.
Μια κοπέλα που ερχόταν συχνά στις λειτουργίες είχε γίνει γνωστή μου. Μιλούσαμε και γνώριζε τις δυσκολίες που είχα περάσει.
Μια μέρα μου είπε ότι ο αδελφός της είχε ένα εργοστάσιο και αναζητούσε γραμματέα.
Με ρώτησε αν γνώριζα αγγλικά και υπολογιστές. Ήξερα λίγα, αλλά ήμουν πρόθυμη να μάθω όσα χρειαζόταν.
Αποφάσισα να δοκιμάσω. Δεν είχα μεγάλη εμπειρία, ούτε τα προσόντα που θα ήθελα, αλλά είχα τεράστια ανάγκη να εργαστώ.
Ο άνθρωπος εκείνος με προσέλαβε με τον κατώτερο μισθό, καθώς ήμουν ανειδίκευτη. Για εμένα, όμως, εκείνη η πρόσληψη ήταν μια τεράστια ευκαιρία.
Δεν θα σταματήσω ποτέ να του είμαι ευγνώμων που με εμπιστεύτηκε.
Από γραμματέας έγινα μέτοχος και τελικά ιδιοκτήτρια
Από την πρώτη ημέρα αποφάσισα ότι θα μάθω τη δουλειά όσο καλύτερα μπορούσα.
Ρωτούσα, σημείωνα, προσπαθούσα να καταλάβω πώς λειτουργούσε η επιχείρηση και δεν φοβόμουν να αναλάβω ευθύνες. Κάθε καινούργιο πράγμα που μάθαινα ήταν για εμένα ένα ακόμη βήμα μπροστά.
Πέρασαν πέντε χρόνια και είχα φτάσει στο σημείο να γνωρίζω σχεδόν κάθε πλευρά της λειτουργίας της εταιρείας.
Τα παιδιά μου είχαν μεγαλώσει και ήταν περίπου 11 ετών. Η ζωή μας είχε αρχίσει επιτέλους να αλλάζει.
Μετακομίσαμε σε μεγαλύτερο σπίτι, έμαθα να οδηγώ και κατάφερα να αγοράσω αυτοκίνητο. Πράγματα που κάποτε μου φαίνονταν αδύνατα είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας.
Στη συνέχεια μπήκα μέτοχος στην επιχείρηση. Με τα χρόνια, σύμφωνα με την πορεία που περιγράφω, κατάφερα να αποκτήσω την ιδιοκτησία της.
Εκείνη η εταιρεία, με τα μεγάλα φωτεινά γράμματα στην Εθνική Οδό Αθηνών Λαμίας, είναι η επιχείρηση που απέκτησα εγώ, η γυναίκα που κάποτε πουλούσε κεριά έξω από μια εκκλησία για να ταΐσει τα δύο παιδιά της.
Τα αγόρια μου μεγάλωσαν και άρχισαν να εργάζονται στην εταιρεία. Εγώ, ύστερα από τόσα χρόνια προσπάθειας, αποσύρθηκα από την καθημερινή δουλειά.
«Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή»
Αν θέλω να σας πω κάτι μέσα από την ιστορία μου, είναι να μην υποτιμάτε ποτέ τον εαυτό σας και να μη ντρέπεστε για μια τίμια δουλειά.
Δεν ξέρετε ποτέ πού μπορεί να σας οδηγήσει μια ευκαιρία, ακόμη κι αν στην αρχή μοιάζει μικρή.
Εγώ ξεκίνησα με 500 δραχμές και λίγα κεριά. Δεν ήξερα ότι κάποια μέρα θα εργαζόμουν σε εργοστάσιο, πολύ περισσότερο ότι θα αποκτούσα μια επιχείρηση.
Εκείνο που ήξερα ήταν ότι είχα δύο παιδιά που με χρειάζονταν και έπρεπε να κάνω ό,τι μπορούσα για να τους προσφέρω μια καλύτερη ζωή.
Να έχετε πίστη στον εαυτό σας και στον Θεό, αν αυτή είναι η πίστη σας. Να προσπαθείτε, να μαθαίνετε και να μη θεωρείτε μια δύσκολη περίοδο το τέλος της διαδρομής σας.
Δεν πετυχαίνουν όλοι όσοι εργάζονται σκληρά και δεν εξαρτώνται όλα από τη δική μας προσπάθεια. Όμως η δουλειά, η επιμονή και οι άνθρωποι που μας δίνουν μια ευκαιρία μπορούν πραγματικά να αλλάξουν μια ζωή.
Και θέλω να κρατήσετε τρία πράγματα που έμαθα μέσα από όσα πέρασα:
- Δεν είναι όλοι οι παπάδες κακοί. Ένας ιερέας στάθηκε δίπλα μου όταν είχα μεγάλη ανάγκη.
- Δεν είναι όλοι οι συγγενείς καλοί. Η συγγένεια από μόνη της δεν εξασφαλίζει την αγάπη και τη συμπαράσταση που χρειαζόμαστε.
- Δεν είναι καμία τίμια δουλειά ντροπή. Ντροπή δεν είναι να παλεύεις για να ζήσεις την οικογένειά σου.
Αν μπορούσα να γυρίσω πίσω στον χρόνο και να συναντήσω εκείνη τη νεαρή μητέρα που κρύφτηκε πίσω από την εκκλησία επειδή ντρεπόταν που πουλούσε κεριά, θα την αγκάλιαζα.
Θα της έλεγα να σηκώσει το κεφάλι ψηλά. Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν είχε αποτύχει στη ζωή της. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να μεγαλώσει τα παιδιά της.
Και αυτό είναι κάτι για το οποίο κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να ντρέπεται.
Νεκταρία
Σημείωση: Το κείμενο βασίζεται σε προσωπική αφήγηση που κυκλοφορεί με την υπογραφή «Νεκταρία». Η ταυτότητα της αφηγήτριας και τα περιγραφόμενα περιστατικά δεν έχουν επαληθευτεί ανεξάρτητα.












