«Στα τρία κόρνερ πέναλτι». «Τα ξερόμυτα δεν μετράνε». «Μην κάνεις καραβολίδες από κοντά». «Φάμε βάλουμε δύο».
Αν αυτές οι φράσεις σού θυμίζουν κάτι, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πέρασες ένα σημαντικό κομμάτι των παιδικών σου χρόνων με μια μπάλα στα πόδια, σε κάποια αλάνα, πλατεία, δρόμο ή προαύλιο σχολείου. Δεν είχαμε VAR, διαιτητές και κανονικά δοκάρια. Είχαμε όμως τους δικούς μας κανόνες και μπορούσαμε να παίζουμε από το μεσημέρι μέχρι να νυχτώσει.
Ένα παλιό τετράδιο ήταν αρκετό για να γυρίσουν όλα πίσω
Ξεσκονίζοντας κάποτε μια αποθήκη, εμφανίστηκε ένα παλιό κιτρινισμένο τετράδιο με ξεθωριασμένα αυτοκόλλητα της Panini στο εξώφυλλο. Στην πρώτη σελίδα έγραφε «Πρωτάθλημα 1993-1994». Δεν ήταν όμως το πρωτάθλημα της Α’ Εθνικής, αλλά ένα πρωτάθλημα ανάμεσα σε δύο ομάδες που είχαν δημιουργήσει παιδιά της πέμπτης δημοτικού.
Υπήρχαν γραμμένα ονόματα συμμαθητών, γκολ, αποτελέσματα και βαθμολογίες. Σε άλλες σελίδες υπήρχαν αντίπαλα σχολεία, σημειώσεις για το πόσο καλή μπάλα ήξερε κάθε παιδί και μέχρι και παρατηρήσεις για τα δυνατά του σημεία. Ένα άτυπο scouting report χρόνια πριν μάθουμε καν τι σημαίνει η λέξη scouting. Και κάπου εκεί έρχονται ξανά στο μυαλό τα τηλεφωνήματα στο σταθερό: «Πες και στον άλλον να έρθει στις τέσσερις. Και μην ξεχάσει την μπάλα».

Το γήπεδο μπορούσε να είναι οπουδήποτε και η μπάλα οτιδήποτε
Προαύλια σχολείων, πλατείες, γήπεδα μπάσκετ, αλάνες και μικροί δρόμοι μετατρέπονταν μέσα σε λίγα λεπτά σε γήπεδα ποδοσφαίρου. Το γεγονός ότι θα παίζαμε μπάλα δεν σήμαινε καν ότι είχαμε πραγματική μπάλα. Ένα σωστά πατημένο κουτάκι αναψυκτικού μπορούσε να κάνει τη δουλειά, ενώ το καλοκαίρι εμφανιζόταν καμιά φορά ένα μπαλάκι του τένις ή μια μπάλα βόλεϊ που είχε ξεμείνει από την παραλία.
Υπήρχαν βέβαια και οι ελαφριές μπάλες που πουλούσαν τα περίπτερα με τα σήματα των ομάδων. Τις κλοτσούσες προς μία κατεύθυνση και ο αέρας αποφάσιζε πού θα καταλήξουν. Και μετά υπήρχαν οι μεγάλες ημέρες, όταν κάποιος έφερνε μια κανονική Select, Mitre ή οποιαδήποτε μπάλα έμοιαζε πραγματικά ποδοσφαιρική. Τότε το παιχνίδι σοβάρευε.

Ο τύπος που είχε την μπάλα έκανε σχεδόν κουμάντο σε όλους
Υπήρχε ένας άνθρωπος στην παρέα που δεν ήθελες ποτέ να εκνευρίσεις: αυτός που είχε την μπάλα. Μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος παίκτης και πολλές φορές να ήταν τελείως άμπαλος. Δεν είχε σημασία. Η μπάλα ήταν δική του και αυτό από μόνο του αρκούσε για να του δώσει τεράστια δύναμη.
Αυτός μπορούσε να καθορίσει πότε θα αρχίσει το παιχνίδι, πότε θα τελειώσει και μερικές φορές ακόμη και ποιοι θα παίξουν μαζί του. Αν εμφανιζόταν ο πατέρας του και φώναζε «φεύγουμε», ξαφνικά όλοι γινόμασταν οι πιο ευγενικοί άνθρωποι της γειτονιάς. «Άστον άλλα δέκα λεπτά, κύριε». Γιατί αν έφευγε το παιδί, έφευγε και η μπάλα.
Τα τέρματα δεν υπήρχαν αλλά αυτό δεν ήταν ποτέ πρόβλημα
Το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μας ποδοσφαιρικής καριέρας παίχτηκε χωρίς πραγματικά τέρματα. Δύο σχολικές τσάντες, δύο πέτρες, δύο σημάδια σε έναν τοίχο ή οι βάσεις από τις μπασκέτες μπορούσαν να γίνουν κάθετα δοκάρια. Για να είναι τα δύο τέρματα ίσα, μετρούσαμε βήματα και όλα θεωρητικά ήταν λυμένα.
Το πραγματικό πρόβλημα ήταν το οριζόντιο δοκάρι, γιατί πολύ συχνά απλώς δεν υπήρχε. Η κλασική συμφωνία ήταν ότι το τέρμα έφτανε περίπου μέχρι εκεί που μπορούσε να φτάσει ο τερματοφύλακας με τα χέρια. Μόλις όμως έμπαινε ένα ψηλό σουτ, ξεκινούσε η διαπραγμάτευση. «Ήταν άουτ». «Τι άουτ; Μια χαρά γκολ ήταν». Και ξαφνικά όλοι πηδούσαν με τα χέρια τεντωμένα προσπαθώντας να αποδείξουν πού βρισκόταν ένα δοκάρι που δεν υπήρξε ποτέ.
Ο χωρισμός των ομάδων ήταν ολόκληρη τελετουργία
Πριν εμφανιστούν τα απλά «μονά ζυγά» και άλλες γρήγορες λύσεις, υπήρχαν τα περίφημα βηματάκια. Δύο αρχηγοί στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλο και προχωρούσαν με μικρά βήματα, συνήθως λέγοντας ονόματα ομάδων ή ποδοσφαιριστών. Όποιος κατάφερνε να πατήσει πρώτος το πόδι του άλλου κέρδιζε το δικαίωμα της πρώτης επιλογής.
Μετά άρχιζε το πραγματικό μεταγραφικό παζάρι. Πρώτος έφευγε συνήθως ο καλύτερος παίκτης, αλλά πολύ ψηλά στη λίστα βρισκόταν και εκείνος ο σπάνιος άνθρωπος που δεχόταν να κάτσει τερματοφύλακας χωρίς να ζητά κάθε τρία λεπτά να βγει. Αν δεν υπήρχε τέτοιος εθελοντής, τότε μπαίναμε όλοι τέρμα μέχρι να φάμε γκολ. Επειδή όμως κάποιοι το έτρωγαν επίτηδες για να επιστρέψουν γρήγορα μέσα, εμφανίστηκαν πιο σύνθετοι κανονισμοί όπως το περίφημο «φάμε βάλουμε δύο».
Η μεγαλύτερη αγωνία ήταν όταν χανόταν η μπάλα
Όποιος έπαιξε μπάλα σε γειτονιά ξέρει ότι πολλές φορές ο πραγματικός αγώνας άρχιζε όταν η μπάλα έφευγε από το γήπεδο. Μπορούσε να χωθεί κάτω από αυτοκίνητο, να περάσει πίσω από συρματόπλεγμα, να σφηνώσει σε δέντρο ή να προσγειωθεί στο μπαλκόνι εκείνου του γείτονα που είχε ήδη προειδοποιήσει δέκα φορές ότι «την επόμενη δεν σας τη δίνω».
Κι όμως, πάντα την επόμενη φορά πάλι εκεί κατέληγε. Μετά ακολουθούσαν παρακάλια, υποσχέσεις και η διαβεβαίωση ότι «ήταν η τελευταία φορά». Μέχρι φυσικά να ξανασυμβεί.

Το δικό μας ποδοσφαιρικό λεξικό
Κάθε γειτονιά είχε μικρές διαφορές στις λέξεις, αλλά πολλές από αυτές ακούγονταν σχεδόν παντού. Φυσικό εμπόδιο ήταν ο περαστικός, το αυτοκίνητο ή οτιδήποτε βρισκόταν ξαφνικά μπροστά στην μπάλα και θεωρούνταν μέρος του παιχνιδιού. Περίπτερο ή καφενείο ήταν ο επιθετικός που παρέμενε μόνιμα κοντά στο αντίπαλο τέρμα περιμένοντας να του έρθει η μπάλα και δεν γύριζε ποτέ στην άμυνα.
Μπακότερμα ή παγκότερμα ήταν ο τερματοφύλακας που μπορούσε να βγαίνει και να παίζει κανονικά όταν η ομάδα του είχε την μπάλα. Γκελάκια, αγγελάκια ή ποδαράκια ήταν τα χτυπήματα που μπορούσες να κάνεις χωρίς να πέσει η μπάλα στο έδαφος. Καραβολίδα ήταν το σουτ με όλη σου τη δύναμη, ενώ το ξερόμυτο ήταν το δυνατό σουτ με τη μύτη του παπουτσιού.
Και φυσικά υπήρχαν η μπεκάτσα, το τσαρούχι και το σουτ στα περιστέρια, δηλαδή εκείνο που δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το τέρμα.
Οι κανόνες άλλαζαν από γειτονιά σε γειτονιά
Offside σχεδόν ποτέ δεν υπήρχε και διαιτητής φυσικά όχι. Όλα λύνονταν με διαπραγμάτευση, φωνές και την αρχή ότι όποιος φώναζε περισσότερο είχε συνήθως περισσότερες πιθανότητες να δικαιωθεί. Κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90 μπήκε στη συζήτηση και το «παίζουμε με τους παλιούς ή τους καινούργιους κανόνες;» εξαιτίας της αλλαγής που δεν επέτρεπε πλέον στον τερματοφύλακα να πιάσει με τα χέρια εσκεμμένη πάσα με το πόδι από συμπαίκτη.
Υπήρχε όμως ένας κανόνας που σχεδόν όλοι θυμούνται: «στα τρία κόρνερ πέναλτι». Ιδιαίτερα στα μονά, όταν μια ομάδα παραχωρούσε τρία κόρνερ, οι αντίπαλοι κέρδιζαν πέναλτι. Το αν τα κόρνερ μηδενίζονταν μετά, αν μεταφέρονταν ή τι συνέβαινε όταν το παιχνίδι τελείωνε στα δύο, ήταν λεπτομέρειες που κάθε γειτονιά αντιμετώπιζε με τη δική της νομοθεσία.
Το ίδιο ίσχυε και με τις σπόντες στους τοίχους. Αν δεν είχε ξεκαθαριστεί πριν από το παιχνίδι αν επιτρέπονταν, τότε κάποια στιγμή κάποιος θα φώναζε τον σημαντικότερο κανόνα απ’ όλους: «Αυτό δεν το είχαμε πει από την αρχή». Μια φράση που μπορούσε να ακυρώσει γκολ, να αλλάξει τους κανονισμούς και να προκαλέσει δεκάλεπτο καβγά για μια φάση που είχε κρατήσει τρία δευτερόλεπτα.
Η τελευταία «φάση» μπορούσε να κρατήσει για πάντα
Κάποια στιγμή κάποιος έπρεπε να πάει σπίτι. Η μητέρα κάποιου είχε ήδη φωνάξει από το μπαλκόνι, είχε αρχίσει να νυχτώνει ή ο ιδιοκτήτης της μπάλας έπρεπε να φύγει. Και τότε ακουγόταν: «Μία φάση ακόμα».
Θεωρητικά αυτό σήμαινε ότι το παιχνίδι θα τελείωνε μόλις ολοκληρωνόταν η επόμενη επίθεση. Στην πράξη κανείς δεν γνώριζε πότε ακριβώς τελείωνε μια «φάση». Με το άουτ; Με το πλάγιο; Με το φάουλ; Μόνο αν έμπαινε γκολ; Έτσι η τελευταία φάση μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο από ολόκληρο πεντάλεπτο και φυσικά εκεί σημειώνονταν μερικά από τα πιο σημαντικά γκολ στην ιστορία της γειτονιάς.
Όταν δεν μαζευόμασταν αρκετοί, υπήρχε πάντα κάτι άλλο να παίξουμε
Δεν χρειαζόταν να υπάρχουν 10 ή 12 παιδιά για να ξεκινήσει το παιχνίδι. Μέχρι να μαζευτούν οι υπόλοιποι υπήρχαν πασούλες και σουτ. Αν ήμασταν λίγοι, υπήρχε το μονό ή μονάκι, ένας εναντίον ενός ή δύο εναντίον δύο με έναν τερματοφύλακα. Εκεί το «στα τρία κόρνερ πέναλτι» γνώριζε μεγάλες δόξες.
Όταν υπήρχαν περισσότερα παιδιά αλλά δεν θέλαμε κανονικό διπλό, κάναμε πρωταθληματάκια με μικρές ομάδες των δύο. Και φυσικά υπήρχε το γερμανικό ή άγια, όπου έπρεπε να σκοράρεις μετά από πάσα χωρίς η μπάλα να ακουμπήσει κάτω. Άλλους πόντους έδινε το απλό σουτ, άλλους η κεφαλιά και φυσικά περισσότερους το σχεδόν μυθικό ψαλιδάκι.
Δεν είχαμε τέλεια γήπεδα αλλά δύσκολα βαριόμασταν
Σήμερα υπάρχουν οργανωμένα 5×5, ακαδημίες, συνθετικοί χλοοτάπητες και μπάλες για κάθε ηλικία. Εμείς πολλές φορές είχαμε δύο πέτρες για δοκάρια, μια μισοσκασμένη μπάλα και έναν κανόνα που είχε αποφασιστεί πέντε λεπτά πριν.
Αλλά υπήρχε πάντα εκείνη η στιγμή που άκουγες από κάτω: «Κατεβαίνεις για μπάλα;» Και δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Για λίγες ώρες μια πλατεία, ένα σχολείο ή μια χωμάτινη αλάνα γινόταν το δικό μας γήπεδο και ένας αγώνας χωρίς διαιτητή, γραμμές και κανονικά δοκάρια μπορούσε να μας φαίνεται σημαντικότερος από τελικό Champions League.
Και αν θυμάσαι ακόμη τι σήμαιναν τα τρία κόρνερ πέναλτι, το ξερόμυτο και το μπακότερμα, τότε πιθανότατα ήσουν κι εσύ εκεί.












