«Η μητρική μας γλώσσα δεν ήταν τουρκική. Τα ποντιακά είχαμε ως μητρική. Ρωμαίικα την ονομάζαμε εμείς». Με αυτές τις λέξεις, ο Βαχίτ Τουρσούν περιέγραφε τη γλώσσα των παιδικών του χρόνων στην Ότσενα, στην περιοχή της Τραπεζούντας.
Η μαρτυρία του μιλά για τη ζεστασιά της μητρικής γλώσσας, αλλά και για την πίεση να την κρύβεις. Μέσα από τις αναμνήσεις του, ο ελληνόφωνος μουσουλμάνος συγγραφέας και ερευνητής φωτίζει μια λιγότερο γνωστή πλευρά της ζωής στον Πόντο.
Μια προσωπική μαρτυρία από το 2007
Σύμφωνα με αναδημοσίευση της εποχής, το κείμενο του Vahit Tursun με τίτλο «Το τίμημα της γλώσσας» δημοσιεύθηκε στην τουρκική εφημερίδα Radikal στις 11 Νοεμβρίου 2007. Στην ελληνική του απόδοση παρουσιάζεται με τον τίτλο «Το τίμημα της γλώσσας άρχιζε από το σχολείο».
Όσα ακολουθούν παρουσιάζουν τη μαρτυρία του, με επιλεγμένα αποσπάσματα από την ελληνική απόδοση. Οι περιγραφές αφορούν τις δικές του εμπειρίες και την οπτική που κατέγραφε τότε, χωρίς να αποτελούν ενιαία περιγραφή της ζωής ή της ταυτότητας όλων των ομιλητών.

Η γλώσσα του σπιτιού συναντούσε την απαγόρευση στο σχολείο
Στην αφήγησή του, τα Ρωμαίικα συνδέονται με τις πιο απλές και οικείες πλευρές της ζωής. Ήταν η γλώσσα του παιχνιδιού, της φιλίας, της βοήθειας και της αγάπης. Τα παιδιά τη μιλούσαν αυθόρμητα, πριν αρχίσουν να αναρωτιούνται γιατί αντιμετωπιζόταν διαφορετικά έξω από το σπίτι.
«Τα Ρωμαίικα ήταν για μας μέσον έκφρασης του φλερταρίσματος της αλληλεγγύης και βοήθειας, του χαμόγελου και της ευτυχίας».
Η πρώτη σύγκρουση, όπως τη θυμόταν ο Τουρσούν, ήρθε στο δημοτικό. Στο κείμενό του περιέγραφε απαγορεύσεις της μητρικής γλώσσας, εκφοβισμό και σωματικές τιμωρίες από δασκάλους, καθώς και απαιτήσεις να καταγγέλλουν τα παιδιά όποιον τη μιλούσε.
Παρά την πίεση, η γλώσσα παρέμενε μέρος της καθημερινότητάς τους:
«Συνεχίζαμε να αστειευόμαστε και να παίζουμε, να μαλώνουμε και να τα βρίσκουμε με τη μητρική μας γλώσσα».

Με τον καιρό άρχισαν οι ερωτήσεις προς τους μεγαλύτερους. Γιατί στο σχολείο μάθαιναν άλλη γλώσσα από εκείνη που μιλούσαν μεταξύ τους; Η απάντηση «με τα Ρωμαίικα άνθρωπος δεν γίνεσαι», που ο ίδιος θυμόταν να ακούει, αποτύπωνε την απαξίωση που βίωνε για τη γλώσσα του.
Οι ερωτήσεις για την καταγωγή και την ταυτότητα
Μεγαλώνοντας, ο Τουρσούν άρχισε να αναζητά πιο επίμονα τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, την οικογενειακή ιστορία και την καταγωγή του. Οι απαντήσεις που άκουγε βασίζονταν άλλοτε σε αφηγήσεις γονιών και παππούδων και άλλοτε σε προσωπικές ερμηνείες.
«Γιατί μιλούσαμε Ρωμαίικα, σε μία χώρα που μιλάνε Τουρκικά; Ολοένα ξεφύτρωναν στο νου μας διάφορες ερωτήσεις γύρω από το τι ήμασταν, ποιοι ήμασταν και ποιοι ήταν οι πρόγονοί μας».
Τα ερωτήματα αυτά αποτελούν μέρος της δικής του αναζήτησης. Η γλώσσα, η θρησκεία, η υπηκοότητα και ο εθνικός αυτοπροσδιορισμός είναι διαφορετικές πλευρές της ταυτότητας ενός ανθρώπου και δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά.

Όταν ένιωθε ότι έπρεπε να κρύψει τη γλώσσα του
Στη μαρτυρία του, οι δυσκολίες συνεχίστηκαν όταν βρέθηκε μακριά από το χωριό. Όταν μιλούσε Ρωμαίικα με συγχωριανούς του, άλλοι τον ρωτούσαν ποια γλώσσα χρησιμοποιούσαν. Σύμφωνα με την αφήγησή του, η απάντηση μπορούσε να προκαλέσει καχυποψία ή προσβλητικά σχόλια.
Περιέγραφε ότι αρνητικοί χαρακτηρισμοί για τους Έλληνες τον πλήγωναν, καθώς τους συνέδεε με τη δική του μητρική γλώσσα. Έτσι, ο ίδιος και άνθρωποι του περιβάλλοντός του έφταναν να παρουσιάζουν τη γλώσσα τους ως λαζική, ώστε να αποφεύγουν δυσάρεστες αντιδράσεις.
Η αναφορά αυτή περιγράφει έναν τρόπο απόκρυψης που καταγράφει ο συγγραφέας. Τα Ρωμαίικα και τα Λαζικά δεν είναι η ίδια γλώσσα.

Ο Τουρσούν αναφερόταν επίσης σε τηλεοπτικά έργα που παρουσίαζαν τους Έλληνες μέσα από αρνητικά στερεότυπα. Έγραφε ότι αυτές οι εικόνες τού προκαλούσαν μια εσωτερική σύγκρουση και ότι προσπαθούσε να κρύβει την ενόχλησή του από τους γύρω του.
Η δύναμη της αφήγησης βρίσκεται σε αυτή τη λεπτομέρεια: μια γλώσσα που μέσα στο σπίτι συνδεόταν με την οικειότητα μπορούσε, σε άλλο περιβάλλον, να γίνει αφορμή αμηχανίας και φόβου.
Τα Ρωμαίικα και η προσπάθεια καταγραφής τους
Στο τέλος του κειμένου του το 2007, ο Τουρσούν εξέφραζε την ανησυχία ότι ορισμένες οικογένειες επέλεγαν να μεγαλώνουν τα παιδιά τους μόνο με τα τουρκικά. Για εκείνον, η υποχώρηση της μητρικής γλώσσας απειλούσε και τη συνέχεια των ιστοριών, των εκφράσεων και των αναμνήσεων της κοινότητάς του.
Το ζήτημα έχει απασχολήσει και τη γλωσσολογική έρευνα. Σε παρουσίαση του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ το 2024, τα Romeyka περιγράφονται ως απειλούμενη ελληνική γλωσσική ποικιλία που μιλιέται σε κοινότητες της περιοχής της Τραπεζούντας. Η στενή συγγένειά τους με τα ποντιακά που μιλιούνται στην Ελλάδα συνυπάρχει με ιδιαίτερα γραμματικά χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος ο Τουρσούν συνέβαλε στην καταγραφή της γλώσσας με το λεξικό «Romeika-Türkçe Sözlük. Trabzon Rumcası». Το έργο του συνδέει την προσωπική του διαδρομή με μια συγκεκριμένη προσπάθεια να διασωθεί γλωσσικό υλικό για τους ομιλητές και τους ερευνητές.
Πίσω από αυτή την προσπάθεια βρίσκεται η γλώσσα στην οποία έπαιζε, αστειευόταν και επικοινωνούσε ως παιδί. Εκείνη που, όπως έγραψε, «Ρωμαίικα την ονομάζαμε εμείς».












