Υπάρχουν ιστορίες που μοιάζουν βγαλμένες από τις σελίδες ενός παλιού έπους. Ιστορίες που όταν τις ακούς δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως πρωταγωνιστής τους ήταν ένας απλός άνθρωπος. Κι όμως, η ιστορία του Μανώλη Μπικάκη είναι αληθινή. Είναι η ιστορία ενός νεαρού Κρητικού που βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν ολόκληρο στρατό και κατάφερε να γράψει το όνομά του στις πιο ηρωικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Ο Μανώλης Μπικάκης γεννήθηκε το 1954 στον Αμύγδαλο των Αστερουσίων. Τα παιδικά του χρόνια δεν είχαν τίποτα εύκολο. Μια τραγική στιγμή σημάδεψε τη ζωή του όταν, σε ηλικία μόλις έντεκα ετών, ένα παιδικό παιχνίδι με ένα όπλο κατέληξε στον θάνατο ενός ξαδέλφου του. Το γεγονός αυτό τον ακολούθησε για χρόνια, γεμίζοντας την παιδική του ψυχή με ενοχές και πόνο. Αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό του και να μεγαλώσει μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή, κουβαλώντας μέσα του ένα βάρος που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να σηκώνει.
Ίσως όμως οι μεγάλες ψυχές να σμιλεύονται μέσα από τις δυσκολίες.
Το καλοκαίρι του 1974, σε ηλικία μόλις είκοσι ετών, υπηρετούσε στις ελληνικές δυνάμεις που στάλθηκαν στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής. Οι ημέρες εκείνες ήταν από τις πιο σκοτεινές του Ελληνισμού. Μέσα στο χάος του πολέμου, κοντά στη Σχολή Γρηγορίου στη Λευκωσία, ο Μπικάκης βρέθηκε αποκομμένος από τη μονάδα του, σχεδόν μόνος απέναντι σε μια τουρκική προέλαση που υποστηριζόταν από άρματα μάχης και πεζικό.
Είχε μαζί του ένα αντιαρματικό όπλο και ελάχιστα πυρομαχικά.
Απέναντί του προχωρούσαν τα τουρκικά άρματα.
Δεν υπήρχε περιθώριο για λάθος.
Δεν υπήρχε χρόνος για φόβο.
Με ψυχραιμία και απίστευτη ευστοχία άρχισε να βάλλει εναντίον τους. Ένα μετά το άλλο τα άρματα καταστρέφονταν. Οι μαρτυρίες διαφέρουν ως προς τον ακριβή αριθμό, όμως όλες συμφωνούν πως η δράση του ήταν καθοριστική. Μέσα σε λίγα λεπτά κατάφερε να σταματήσει την προέλαση, να προκαλέσει πανικό και να διαλύσει την επίθεση ενός πολύ ισχυρότερου αντιπάλου.
Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο η ευστοχία του.
Είναι ότι παρέμεινε μόνος.
Μέσα σε εκρήξεις, καπνούς, σφαίρες και αεροπορικές επιθέσεις, μετακινούνταν συνεχώς για να μην εντοπιστεί. Πολεμούσε γνωρίζοντας πως κάθε βλήμα που είχε στη διάθεσή του έπρεπε να βρει στόχο. Όταν τελείωσαν τα πυρομαχικά του, συνέχισε να κρύβεται και να επιβιώνει για ημέρες χωρίς τροφή και νερό, μέχρι να επιστρέψει στις ελληνικές γραμμές εξαντλημένος αλλά ζωντανός.
Το πιο συγκλονιστικό όμως είναι κάτι άλλο.
Ο ίδιος δεν θεωρούσε τον εαυτό του ήρωα.
Όταν αργότερα μιλούσε για εκείνες τις ημέρες, έλεγε απλά πως «έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει».
Ίσως αυτό να είναι το γνώρισμα των πραγματικών ηρώων. Δεν αναζητούν δόξα. Δεν επιδιώκουν αναγνώριση. Δεν ενδιαφέρονται να γίνουν θρύλοι. Απλώς πράττουν το καθήκον τους όταν όλοι οι άλλοι λυγίζουν.
Μετά τον πόλεμο γύρισε στη ζωή του. Παντρεύτηκε τη Νίκη, δημιούργησε οικογένεια και απέκτησε δύο παιδιά. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως ύστερα από όσα πέρασε θα είχε την ευκαιρία να ζήσει ήρεμα τα υπόλοιπα χρόνια του. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια. Το 1994, σε ηλικία μόλις σαράντα ετών, έχασε τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα. Ο άνθρωπος που γλίτωσε από τα πυρά του πολέμου νικήθηκε τελικά από την άσφαλτο.
Κάθε φορά που διαβάζω την ιστορία του, σκέφτομαι πόσοι τέτοιοι άνθρωποι πέρασαν από τον τόπο μας χωρίς να ζητήσουν τίποτα. Άνθρωποι που στάθηκαν μπροστά στον κίνδυνο όταν οι περιστάσεις το απαίτησαν. Άνθρωποι που κουβάλησαν στις πλάτες τους ένα κομμάτι της ιστορίας χωρίς ποτέ να το διαφημίσουν.
Ο Μανώλης Μπικάκης δεν ήταν ένας υπερήρωας από ταινία.
Ήταν ένας απλός νέος από τα Αστερούσια της Κρήτης.
Κι όμως, σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές του Ελληνισμού, απέδειξε πως το θάρρος δεν μετριέται με αριθμούς, όπλα ή βαθμούς. Μετριέται με την ψυχή.
Και η δική του ψυχή ήταν μεγαλύτερη από τον φόβο.












