Κατά καιρούς κυκλοφορεί ο ισχυρισμός ότι η εκμάθηση των Αρχαίων Ελληνικών μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και ως «θεραπεία» για τη δυσλεξία. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικές δημοσιεύσεις και ερευνητικές προσπάθειες, όμως μέσα από συνεχείς αναπαραγωγές στο διαδίκτυο τα συμπεράσματά τους έγιναν πολύ πιο απόλυτα από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.
Τα Αρχαία Ελληνικά μπορούν πράγματι να αποτελέσουν ένα απαιτητικό γλωσσικό ερέθισμα και υπάρχουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σχετικά με την εκμάθησή τους. Αυτό όμως απέχει αρκετά από το να πούμε ότι αποτελούν αποδεδειγμένη θεραπεία για τη δυσλεξία.
Από πού ξεκίνησε η σύνδεση με τον εγκέφαλο;
Ένα από τα έργα που αναφέρονται συχνότερα σε σχετικές δημοσιεύσεις είναι το βιβλίο The Alphabet and the Brain: The Lateralization of Writing, το οποίο εκδόθηκε από τη Springer το 1988 με επιμελητές τους Derrick de Kerckhove και Charles J. Lumsden.
Το βιβλίο εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στα συστήματα γραφής, στη γλώσσα και στις γνωστικές λειτουργίες. Μεταξύ των ιδεών που συζητούνται είναι κατά πόσο διαφορετικά είδη γραφής μπορεί να συνδέονται με διαφορετικούς τρόπους επεξεργασίας των πληροφοριών από τον εγκέφαλο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε προκαλέσει το ελληνικό αλφάβητο, επειδή οι αρχαίοι Έλληνες προσάρμοσαν τη φοινικική γραφή και χρησιμοποίησαν συγκεκριμένα γράμματα για τη συστηματική αναπαράσταση φωνηέντων. Η εξέλιξη αυτή είχε τεράστια σημασία για την ιστορία της γραφής.
Από αυτό το ιστορικό γεγονός, ωστόσο, δημιουργήθηκαν αργότερα πολύ ισχυρότεροι ισχυρισμοί, όπως ότι το ελληνικό αλφάβητο «επαναπρογραμμάτισε» τον ανθρώπινο εγκέφαλο ή ότι η χρήση του οδήγησε άμεσα στην ανάπτυξη του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Τέτοιες ιδέες έχουν συζητηθεί ως θεωρητικές υποθέσεις, αλλά δεν αποτελούν αποδεδειγμένα νευροεπιστημονικά γεγονότα.
Τι έδειξε πραγματικά η περίπτωση της Kate Chanock;
Το 2006 η ερευνήτρια Kate Chanock δημοσίευσε στο επιστημονικό περιοδικό Literacy ένα άρθρο με τίτλο Help for a dyslexic learner from an unlikely source: the study of Ancient Greek.
Η δημοσίευση αυτή χρησιμοποιήθηκε αργότερα στο διαδίκτυο ως επιχείρημα ότι τα Αρχαία Ελληνικά μπορούν να «θεραπεύσουν» τη δυσλεξία. Όμως η πραγματική ιστορία ήταν πολύ πιο συγκεκριμένη.
Η Chanock περιέγραψε την περίπτωση ενός ενήλικου φοιτητή με σοβαρές δυσκολίες στην ανάγνωση, ο οποίος είχε έντονο ενδιαφέρον για την αρχαία ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφία. Ο ίδιος άρχισε να μαθαίνει Αρχαία Ελληνικά και εργάστηκε συστηματικά πάνω στη μεταγραφή, στη μετάφραση και στη σχέση ανάμεσα στους ήχους, στα γράμματα και στη μορφή των λέξεων.
Μετά από περίπου έξι μήνες ανέφερε ότι διάβαζε πιο άνετα στα Αγγλικά και ότι ορισμένες από τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε είχαν μειωθεί.
Πρόκειται όμως για μελέτη μιας συγκεκριμένης περίπτωσης και όχι για μεγάλη κλινική δοκιμή. Η ίδια η εργασία εξετάζει πιθανούς μηχανισμούς, όπως τη φωνολογική επίγνωση, το κίνητρο του μαθητή και τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η μάθηση. Δεν αποδεικνύει ότι τα Αρχαία Ελληνικά μπορούν να κάνουν έναν άνθρωπο να «πάψει να είναι δυσλεξικός».
Τι έδειξαν οι ελληνικές έρευνες;
Στην Ελλάδα ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε το βιβλίο Η εκδίκηση των τόνων: Η επίδραση των «Αρχαίων Ελληνικών» και του «Μονοτονικού» στην ψυχοεκπαιδευτική εξέλιξη του παιδιού, των Ιωάννη Τσέγκου, Θαλή Παπαδάκη και Δήμητρας Βεκιάρη, που κυκλοφόρησε το 2005.
Η ερευνητική ομάδα εξέτασε την πιθανότητα η εκμάθηση της ιστορικής ορθογραφίας και στοιχείων των Αρχαίων Ελληνικών να επηρεάζει ορισμένες οπτικοαντιληπτικές και γνωστικές λειτουργίες παιδιών.
Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν ως ενδείξεις πιθανής θετικής επίδρασης σε δεξιότητες όπως η αντίληψη και η μνήμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποδείχθηκε κάποια ειδική θεραπευτική δράση των Αρχαίων Ελληνικών απέναντι στη δυσλεξία.
Για να μπορεί μια εκπαιδευτική παρέμβαση να θεωρηθεί αποτελεσματική θεραπευτική μέθοδος χρειάζονται επαναλαμβανόμενες και καλά σχεδιασμένες μελέτες, με αρκετούς συμμετέχοντες και αποτελέσματα που μπορούν να επιβεβαιωθούν από ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες.
Τι γνωρίζουμε σήμερα για τη δυσλεξία;
Η δυσλεξία είναι μια μαθησιακή δυσκολία που επηρεάζει κυρίως την ακριβή και ευχερή αναγνώριση των λέξεων, την αποκωδικοποίηση και συχνά την ορθογραφία. Δεν σχετίζεται με χαμηλή νοημοσύνη και μπορεί να εμφανιστεί σε ανθρώπους με πολύ διαφορετικές ικανότητες και εκπαιδευτικό υπόβαθρο.
Η επιστημονική έρευνα υποστηρίζει κυρίως εκπαιδευτικές παρεμβάσεις που διδάσκουν με σαφή, συστηματικό και οργανωμένο τρόπο τη φωνολογική επίγνωση, τη σχέση μεταξύ γραμμάτων και ήχων, την αποκωδικοποίηση, την ευχέρεια στην ανάγνωση, το λεξιλόγιο και την κατανόηση.
Η κατάλληλη διδασκαλία μπορεί να βοηθήσει σημαντικά ένα παιδί ή έναν ενήλικο να αναπτύξει αποτελεσματικότερες στρατηγικές ανάγνωσης και γραφής. Δεν υπάρχει όμως μία συγκεκριμένη γλώσσα ή ένα μεμονωμένο μάθημα που να έχει αποδειχθεί ότι «θεραπεύει» τη δυσλεξία.
Μπορεί παρ’ όλα αυτά η εκμάθηση Αρχαίων Ελληνικών να έχει οφέλη;
Φυσικά. Η εκμάθηση μιας σύνθετης γλώσσας απαιτεί προσοχή στη μορφολογία, στο λεξιλόγιο, στη σύνταξη και στις σχέσεις ανάμεσα στις λέξεις. Για έναν μαθητή που ενδιαφέρεται πραγματικά για το αντικείμενο, αυτή η διαδικασία μπορεί να αποτελέσει πολύτιμη γλωσσική άσκηση.
Αυτό μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της δομής της γλώσσας και να ενισχύσει συγκεκριμένες δεξιότητες. Το κλειδί όμως βρίσκεται στην ποιότητα της διδασκαλίας, στη συστηματική εξάσκηση και στις ανάγκες του κάθε μαθητή και όχι σε κάποια μοναδική ιδιότητα της Αρχαίας Ελληνικής.
Η πραγματική ιστορία είναι επομένως πιο ενδιαφέρουσα από τον υπερβολικό ισχυρισμό που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Υπάρχουν δημοσιεύσεις που δείχνουν ότι η εκμάθηση των Αρχαίων Ελληνικών μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελέσει ένα χρήσιμο γλωσσικό εργαλείο. Δεν υπάρχουν όμως επαρκή στοιχεία για να τη χαρακτηρίσουμε θεραπεία της δυσλεξίας.












