Δεν ξέρω αν διαλέγουμε στ’ αλήθεια ποτέ το όνομά μας. Ίσως να μας διαλέγει εκείνο. Όπως μας διαλέγει το πρώτο φως που βλέπουμε, η πρώτη ανάσα που τραβάμε, ο πρώτος άνθρωπος που μας αγγίζει. Το όνομα είναι σαν τη ρίζα — δεν φαίνεται, αλλά κρατάει ολόκληρο το δέντρο στη ζωή.
Στην Αρχαία Ελλάδα, δεν υπήρχαν νονές και νονοί όπως σήμερα. Δεν υπήρχαν ευχές πάνω από λαμπάδες και φωτογραφίες μπροστά σε εκκλησίες. Υπήρχαν, όμως, τελετές. Και υπήρχαν ονόματα που περνούσαν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Ονόματα φορτωμένα μνήμη και αίμα, πίστη και ελπίδα. Ονόματα που δεν τα διάλεγες εσύ, ούτε καν οι γονείς σου εντελώς. Τα κουβαλούσες. Όπως κουβαλά κανείς ένα σιωπηλό χρέος προς το παρελθόν.

Συχνά, το πρώτο αγόρι έπαιρνε το όνομα του παππού από την πατρική πλευρά. Η κόρη, το όνομα της γιαγιάς. Ή, άλλοτε, το όνομα ενός θεού. Όχι από τυφλή ευλάβεια, αλλά σαν ευχή — να γίνει το παιδί αντάξιο του Απόλλωνα ή της Αθηνάς· δυνατό, σοφό, λαμπερό.
Επτά ή δέκα μέρες μετά τη γέννηση, στην Αθήνα, γινόταν η πρώτη τελετή. Λεγόταν ονοματοθεσία — όχι απλώς “βάπτιση”, αλλά θέσπιση ενός ονόματος. Ένα είδος πρώτης εισαγωγής του παιδιού στην κοινωνία. Στο φως. Ένα κάλεσμα. Μια πρόσκληση στον κόσμο.
Κι εγώ αναρωτιέμαι — πόσες φορές στη ζωή μου με κάλεσαν πραγματικά με το όνομά μου; Όχι απλώς με τη φωνή, αλλά με την πρόθεση. Με την ψυχή. Πόσες φορές άκουσα το όνομά μου και ένιωσα ότι κάποιος με βλέπει;
Για τους αρχαίους Έλληνες, το όνομα είχε βάρος. Ήταν προέκταση της ταυτότητας, αλλά και της καταγωγής. Δεν ήσουν μόνο ο Δημόκριτος ή ο Σωκράτης· ήσουν Δημόκριτος, υἱὸς τοῦ Ἀπόλλωνος, ήσουν Αλέξανδρος, γιος του Φιλίππου. Κάθε φορά που κάποιος σε φώναζε, φώναζε κι αυτούς που σε έφτιαξαν. Πίσω από κάθε φωνή, μια ιστορία. Πίσω από κάθε ιστορία, μια μνήμη. Πίσω από κάθε μνήμη, ένας πόνος. Κι ένας σκοπός.
Δεν είχαν “νονούς”, μα είχαν ανθρώπους που αναλάμβαναν την ευθύνη ενός παιδιού σε θρησκευτικά πλαίσια. Δεν ήταν νονός με το σημερινό νόημα — δεν αγόραζε δώρα, δεν έβγαζε φωτογραφίες, δεν έλεγε «είμαι ο δεύτερος γονιός σου». Ήταν, ίσως, κάποιος που στεκόταν σιωπηλά δίπλα στο παιδί, σαν σκιά· σαν άγρυπνος φρουρός της πνευματικής του πορείας. Και μετά, ίσως να χανόταν. Ίσως και να έμενε. Μα δεν ήταν εκείνος το κέντρο.

Το κέντρο ήταν το παιδί. Η ψυχή του. Κι αυτό που έπρεπε να γίνει.
Πόσο διαφορετικά είναι σήμερα όλα. Πόσα ονόματα δίνονται χωρίς σκέψη. Πόσες φορές επιλέγουμε ονόματα από μόδα. Από ήχους που μας αρέσουν, από σειρές και τραγούδια. Λες και το όνομα είναι απλώς μια ταμπέλα. Όμως δεν είναι. Το όνομα είναι μια υπόσχεση. Ένα χρέος. Ένα νήμα που μας ενώνει με το παρελθόν, αλλά και με το μέλλον.
Σκέφτομαι μερικές φορές: αν ξαναγεννιόμουν, ποιο όνομα θα μου ταίριαζε; Θα διάλεγα εκείνο που μου έδωσαν; Ή κάποιο άλλο; Κι αν μου έδινε το όνομά μου όχι ο πατέρας ή η μάνα, αλλά η ζωή η ίδια — τι θα με φώναζε;
Ίσως η ζωή να μη δίνει ονόματα με λόγια, αλλά με στιγμές. Με πτώσεις και αναστάσεις. Με βλέμματα που σε διαπερνούν και με απουσίες που σε διδάσκουν. Κάθε φορά που νιώθεις ότι ξεκινάς απ’ την αρχή, ίσως να σου δίνεται και νέο όνομα. Όχι στα χαρτιά, αλλά στην ψυχή.
Μπορεί, τελικά, να έχουμε πολλά ονόματα. Ένα στην ταυτότητα. Ένα στην καρδιά. Κι ένα που μόνο ο Θεός ξέρει.
Οι Αρχαίοι το ήξεραν, έστω κι αν δεν το έλεγαν έτσι. Γι’ αυτό και τιμούσαν το όνομα. Δεν το πετούσαν στον άνεμο. Δεν το χαράμισαν για λίγα φωνήεντα και σύμφωνα. Το φόρεσαν σαν ιερό ένδυμα. Σαν δέρμα που δεν αλλάζει.
Κι εμείς σήμερα, ανάμεσα σε χαρτιά και πιστοποιητικά, ανάμεσα σε νονές, βαφτίσια και τούρτες, ίσως να ξεχάσαμε αυτή τη σοβαρότητα. Ίσως να ξεχάσαμε ότι ένα παιδί δεν είναι απλώς μια ύπαρξη, αλλά μια προσευχή. Ότι το όνομά του είναι το πρώτο του καταφύγιο — κι ίσως το τελευταίο του οχυρό.
Αν ξαναγύριζα στο παρελθόν, θα ήθελα να σταθώ σ’ εκείνη τη στιγμή που ένα παιδί, με τα χέρια ακόμα σφιγμένα σε γροθιές, άκουγε για πρώτη φορά το όνομά του. Ίσως να μην το καταλάβαινε τότε. Μα κάποτε, θα το ένιωθε. Ότι η φωνή εκείνη, που το φώναξε πρώτη φορά, του έδωσε κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν ήχο.
Του έδωσε ταυτότητα. Προορισμό. Σχέση.
Κι αυτό, τελικά, δεν είναι που ψάχνουμε όλοι μας; Κάποιον να μας φωνάξει με το αληθινό μας όνομα.












