Πόσες φορές έχετε πει ή ακούσει τη φράση «καρφί δεν του καίγεται»; Τη χρησιμοποιούμε σχεδόν μηχανικά για κάποιον που δείχνει αδιάφορος, ψύχραιμος ή απλώς… δεν συγκινείται με τίποτα. Αυτό που λίγοι γνωρίζουν, όμως, είναι ότι η φράση αυτή δεν γεννήθηκε τυχαία. Έχει πίσω της μια ιστορία σκοτεινή, παράξενη και άκρως κινηματογραφική, που μας ταξιδεύει πίσω στα χρόνια του Βυζαντίου και συγκεκριμένα στον Μυστρά.
Μια φράση που δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται
Σήμερα τη λέμε χαριτολογώντας. Κάποτε όμως προκαλούσε φόβο. Η φράση «δεν του καίγεται καρφί» δεν είχε μεταφορική σημασία. Ήταν κυριολεκτική. Και συνδεόταν με μια τιμωρία που πάγωνε το αίμα.
Για να καταλάβουμε πώς προέκυψε, πρέπει να μπούμε στο κλίμα της εποχής. Μιλάμε για τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όταν οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη και το κράτος έψαχνε απεγνωσμένα εναλλακτικά κέντρα άμυνας και καταφυγής.

Ο Μυστράς στα χρόνια του φόβου
Ο Μυστράς, τότε, δεν ήταν το γραφικό ιστορικό μνημείο που γνωρίζουμε σήμερα. Ήταν μια περιοχή πληγωμένη από επιδρομές, πολέμους και καταστροφές. Οι κάτοικοί του ζούσαν μέσα στον φόβο. Κυκλοφορούσαν οπλισμένοι και καχύποπτοι. Η ανασφάλεια ήταν καθημερινότητα.
Οι Παλαιολόγοι, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση, προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την τάξη και να ανεβάσουν το ηθικό του πληθυσμού. Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο άνθρωπος που έμελλε, άθελά του, να αφήσει το όνομά του χαραγμένο στη γλώσσα μας.
Ο «ταχυδακτυλουργός» Δημήτριος Παντεχνής
Ο Δημήτριος Παντεχνής ανέλαβε γενικός τοποτηρητής της περιοχής. Ήταν γνωστός για τις παράξενες ικανότητές του. Ένα από τα πιο συζητημένα «κόλπα» του ήταν ότι άγγιζε κοσμήματα και νομίσματα… και αυτά εξαφανίζονταν.
Στη συνέχεια κατηγορούσε τρίτους για κλοπή. Κάποιοι μιλούσαν για μαγεία, άλλοι για απάτη. Το σίγουρο είναι ότι η φήμη του εξαπλώθηκε αστραπιαία και όχι με καλό τρόπο.
Όταν το πλήθος ζητά δικαιοσύνη
Η οργή του κόσμου δεν άργησε να ξεσπάσει. Ο Παντεχνής χαρακτηρίστηκε απατεώνας και ζητήθηκε η παραδειγματική του τιμωρία. Όχι φυλάκιση. Όχι εξορία. Αλλά δημόσια παραμόρφωση, για να στιγματιστεί για πάντα.
Η απόφαση ήταν σκληρή: θα του έκαιγαν το πρόσωπο με πυρακτωμένο καρφί. Μια ποινή που εκείνη την εποχή σήμαινε κοινωνικό θάνατο.
Το καρφί που… δεν έκαιγε
Και εδώ η ιστορία παίρνει απρόσμενη τροπή. Όταν το πυρακτωμένο καρφί πλησίασε το πρόσωπό του, συνέβη κάτι που κανείς δεν περίμενε. Το καρφί ακουμπούσε το δέρμα του και… κρύωνε.
Ξανά και ξανά. Καμία πληγή. Κανένα σημάδι. Καμία καύση.
Το πλήθος πάγωσε. Ο φόβος αντικατέστησε την οργή. Άρχισαν να φωνάζουν: «Το καρφί δεν του καίγεται!».
Από τον τρόμο στην καθημερινή γλώσσα
Η φράση έμεινε. Αρχικά ειπώθηκε με δέος. Σταδιακά, όμως, αποσυνδέθηκε από το κυριολεκτικό της νόημα και πέρασε στην καθημερινή ομιλία.
Πλέον, δεν μιλάμε για φωτιά και τιμωρίες. Μιλάμε για ανθρώπους που δεν επηρεάζονται από τίποτα. Που ό,τι κι αν συμβεί γύρω τους, παραμένουν ατάραχοι. Σαν να μην τους αγγίζει.

Γιατί αυτές οι φράσεις επιβιώνουν
Η ελληνική γλώσσα είναι γεμάτη τέτοιες εκφράσεις. Φράσεις που ξεκίνησαν από βία, φόβο, τιμωρία ή τραγωδία και κατέληξαν να χρησιμοποιούνται σχεδόν χαριτωμένα.
Ίσως γιατί μέσα τους κρύβουν ιστορίες που μας συνδέουν με το παρελθόν. Ίσως γιατί μας αρέσει να κουβαλάμε, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, μικρά κομμάτια ιστορίας στην καθημερινότητά μας.
Την επόμενη φορά που θα το πείτε…
Την επόμενη φορά που θα σχολιάσετε κάποιον λέγοντας «καρφί δεν του καίγεται», ίσως το σκεφτείτε λίγο διαφορετικά. Πίσω από τη φράση κρύβεται ένας άνθρωπος, ένα πυρακτωμένο καρφί και ένα πλήθος που δεν πίστευε στα μάτια του.
Και κάπως έτσι, μια στιγμή φόβου στον Μυστρά έγινε μια από τις πιο γνωστές φράσεις της ελληνικής γλώσσας.












