Λίγα μέτρα από τα τείχη της Ακρόπολης της Θεσσαλονίκης, μια σωστική ανασκαφή έφερε στο φως έναν ναό που παρέμενε άγνωστος στην αρχαιολογική έρευνα για αιώνες. Μαζί του αποκαλύφθηκε ένα πυκνό κοιμητήριο με 57 ταφές, εντυπωσιακές τοιχογραφίες και νομίσματα που βοήθησαν τους αρχαιολόγους να ανασυνθέσουν την ιστορία του.
Ο ναός βρίσκεται στην οδό Στεργίου Πολυδώρου 5, στην Άνω Πόλη, λίγα μέτρα βόρεια από την πύλη εξόδου της βυζαντινής Ακρόπολης. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η πρώτη φάση του μνημείου ανάγεται μετά τα μέσα του 13ου αιώνα και ότι ο χώρος συνέχισε να χρησιμοποιείται μέχρι τα τέλη του 14ου ή τις αρχές του 15ου αιώνα.
Ένας άγνωστος ναός μέσα στην Ακρόπολη της Θεσσαλονίκης
Η ανασκαφή αποκάλυψε περίπου το μισό μιας πολύπλευρης κόγχης του Ιερού Βήματος, η οποία υπολογίζεται ότι ήταν πεντάπλευρη. Οι αρχαιολόγοι διαπίστωσαν ότι ο ναός είχε τουλάχιστον δύο διαφορετικές κατασκευαστικές φάσεις.
Ο τοίχος της κόγχης ήταν κατασκευασμένος από λίθους και πλίνθους, πολλές από τις οποίες έφεραν σφραγίσματα με σταυρούς. Σε πολύ μικρή απόσταση από τον αγιογραφημένο τοίχο αποκαλύφθηκε και η Αγία Τράπεζα, χτισμένη σε μορφή συμπαγούς κύβου.

Οι τοιχογραφίες που διατηρήθηκαν επί αιώνες
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα ήταν ο ζωγραφικός διάκοσμος του ναού. Στην Πρόθεση διατηρήθηκε τμήμα της παράστασης της Άκρας Ταπείνωσης του Χριστού, ενώ στην αψίδα του Ιερού εντοπίστηκαν αποσπασματικά τμήματα από την παράσταση του Μελισμού.
Μέσα στο στρώμα καταστροφής βρέθηκαν επίσης πολλά κομμάτια πολυτελών τοιχογραφιών. Αρκετά έφεραν ακόμη επίστρωση φύλλου χρυσού, στοιχείο που δείχνει την ιδιαίτερη φροντίδα που είχε δοθεί στη διακόσμηση του ναού.
Η Θεοτόκος Πλατυτέρα αποκαλύφθηκε μέσα από τα σπαράγματα
Από τα σωζόμενα κομμάτια οι αρχαιολόγοι κατάφεραν να ανασυστήσουν εν μέρει την εικόνα της Θεοτόκου Πλατυτέρας, η οποία κοσμούσε την ανώτερη ζώνη της κόγχης.
Η τοιχογραφία χρονολογείται περίπου στο 1310–1320 και εντάσσεται στην υψηλή παλαιολόγεια τέχνη της Θεσσαλονίκης. Παρουσιάζει ομοιότητες με έργα που σώζονται σε σημαντικούς βυζαντινούς ναούς της πόλης, όπως ο Άγιος Παντελεήμονας και ο Άγιος Νικόλαος Ορφανός.
Δίπλα στον ναό βρέθηκαν 57 ταφές
Το κοιμητήριο αναπτυσσόταν βόρεια και ανατολικά της κόγχης του ναού και σε τμήμα γειτονικού χώρου, όχι όμως μέσα στο Ιερό. Συνολικά ερευνήθηκαν 57 ταφές σε επάλληλες στρώσεις.
Ανάμεσά τους υπήρχαν τάφοι βρεφών, παιδιών και ενηλίκων, αλλά και ανακομιδές παλαιότερων ταφών. Οι τάφοι ήταν διαφορετικών τύπων: κιβωτιόσχημοι, κεραμοσκεπείς, απλοί λάκκοι ή καλυμμένοι με σχιστόπλακες.
Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, το εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό επειδή μέχρι την ανασκαφή δεν ήταν γνωστό κοιμητήριο αντίστοιχης έκτασης μέσα στην Ακρόπολη της Θεσσαλονίκης.
Τα αντικείμενα που θάφτηκαν μαζί με τους νεκρούς
Σε ορισμένους τάφους βρέθηκαν σιδερένια καρφιά, όστρακα, άνθρακες, μολύβδινα ελάσματα και νομίσματα. Από την ένδυση και τον στολισμό των νεκρών σώθηκαν χάλκινα σκουλαρίκια, δαχτυλίδια και κουμπιά, ορισμένα μάλιστα διακοσμημένα ή επιχρυσωμένα.
Τα αντικείμενα αυτά δείχνουν ότι τουλάχιστον ορισμένοι από τους νεκρούς θάβονταν με τα ενδύματά τους και με προσωπικά αντικείμενα που φορούσαν την εποχή εκείνη.
Οι δύο άνδρες που πλησίαζαν τα δύο μέτρα
Ανάμεσα στις 57 ταφές ξεχώρισαν δύο ιδιαίτερα μεγαλόσωμοι άνδρες. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση των αρχαιολόγων, το ύψος τους πλησίαζε τα δύο μέτρα, κάτι ασυνήθιστο για τα δεδομένα του πληθυσμού της εποχής.
Η ανασκαφή από μόνη της δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε ποιοι ήταν ή ποια θέση κατείχαν στην κοινωνία της βυζαντινής Θεσσαλονίκης.
Η συγκλονιστική ταφή μιας εγκύου γυναίκας
Ακόμη πιο ιδιαίτερο ήταν το εύρημα μιας γυναίκας που είχε πεθάνει ενώ ήταν έγκυος. Στην περιοχή της λεκάνης της βρέθηκαν οστά και το κρανίο ενός εμβρύου σε θέση τοκετού.
Το εύρημα δίνει μια σπάνια και ιδιαίτερα ανθρώπινη εικόνα της ζωής και του θανάτου στη μεσαιωνική πόλη. Οι αρχαιολόγοι καταγράφουν την ταφή ως γυναίκα επίτοκη, χωρίς όμως να μπορούν από αυτό και μόνο να γνωρίζουν με βεβαιότητα τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου της.
Πότε χτίστηκε ο ναός;
Τα νομίσματα που βρέθηκαν μέσα σε κλειστά ανασκαφικά σύνολα βοήθησαν σημαντικά στη χρονολόγηση. Ανάμεσά τους υπήρχαν λατινικές απομιμήσεις και νομίσματα της εποχής του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, ο οποίος βασίλεψε από το 1261 έως το 1282.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, οι αρχαιολόγοι τοποθετούν την ίδρυση του πρώτου ναού και του κοιμητηρίου μετά τα μέσα του 13ου αιώνα.
Ο ναός άλλαξε μορφή στις αρχές του 14ου αιώνα
Η αρχική κατασκευή ακολούθησε μια δεύτερη σημαντική οικοδομική φάση περίπου μεταξύ 1310 και 1330. Τότε πραγματοποιήθηκαν αλλαγές στην κόγχη και δημιουργήθηκε ο πολυτελής ζωγραφικός διάκοσμος που σώθηκε αποσπασματικά μέχρι σήμερα.
Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και η εντυπωσιακή παράσταση της Θεοτόκου Πλατυτέρας.
Πώς καταστράφηκε;
Νομίσματα και κεραμικά ευρήματα δείχνουν ότι ο ναός καταστράφηκε και καλύφθηκε από χώμα στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του 15ου αιώνα.
Ήταν μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Η πόλη είχε περάσει από δυναστικές συγκρούσεις, το κίνημα των Ζηλωτών και αλλεπάλληλες πολιτικές ανατροπές, πριν καταληφθεί οριστικά από τους Οθωμανούς το 1430.
Μετά την καταστροφή του, ο ναός φαίνεται ότι παρέμεινε θαμμένος επί αιώνες. Οι αρχαιολογικές ενδείξεις δεν δείχνουν νέα χρήση του χώρου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.
Γιατί η ανακάλυψη είναι τόσο σημαντική;
Η αξία του ευρήματος δεν βρίσκεται μόνο στην ανακάλυψη ενός ακόμη βυζαντινού ναού. Ο συνδυασμός αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής, νομισμάτων και 57 ταφών προσφέρει στους αρχαιολόγους μια σπάνια εικόνα για τους ανθρώπους που κατοικούσαν στην Ακρόπολη της Θεσσαλονίκης κατά τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου.
Ένας ναός που δημιουργήθηκε μετά τα μέσα του 13ου αιώνα, στολίστηκε με σημαντικές τοιχογραφίες τον 14ο και στη συνέχεια χάθηκε κάτω από το έδαφος, ήρθε ξανά στο φως αιώνες αργότερα μαζί με το κοιμητήριο των ανθρώπων που κάποτε ζούσαν γύρω του.












