Η τραγική ιστορία της Ελληνίδας ζωγράφου που έχασε και τα τρία της παιδιά και η ζωή της έγινε μυθιστόρημα
Η ιστορία της Ελένης Μπούκουρα-Αλταμούρα δεν είναι απλώς συγκινητική. Είναι από αυτές που σε κρατούν μέχρι την τελευταία λέξη, γιατί μοιάζει πιο δραματική και από μυθιστόρημα. Μια γυναίκα που τόλμησε να ξεπεράσει τα όρια της εποχής της, που πάλεψε για την τέχνη της, αλλά τελικά πληγώθηκε βαθιά από τη ζωή.
Γεννημένη στις Σπέτσες στις αρχές του 19ου αιώνα, μεγάλωσε σε ένα σπίτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Ο πατέρας της, θεατρώνης και άνθρωπος που πίστευε στην καλλιτεχνική παιδεία, είδε από πολύ νωρίς το ταλέντο της και δεν δίστασε να την ενθαρρύνει. Αυτό ήταν και το πρώτο βήμα προς ένα μέλλον που έμοιαζε πολλά υποσχόμενο αλλά αποδείχτηκε ένα μακρύ μονοπάτι γεμάτο πόνο.
ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΤΟΛΜΗΡΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ
Η Ελένη δεν ήθελε απλώς να μάθει ζωγραφική. Ήθελε να γίνει ζωγράφος, κάτι σχεδόν αδιανόητο για γυναίκα εκείνης της εποχής. Γι’ αυτό πήρε μια απόφαση που σήμερα μοιάζει κινηματογραφική: μεταμφιέστηκε σε άντρα. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να παρακολουθήσει μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ιταλίας, ταξιδεύοντας σε μέρη όπως η Νάπολη και η Ρώμη. Εκεί συνάντησε τον Ιταλό ζωγράφο Φραντσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα, με τον οποίο ερωτεύτηκαν βαθιά και παθιασμένα.
Αυτός ο έρωτας έμελλε να γίνει η αρχή μιας νέας, αλλά δύσκολης ζωής.
ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ
Η Ελένη παντρεύτηκε τον Αλταμούρα αφού βαφτίστηκε καθολική και απέκτησαν μαζί τρία παιδιά. Η οικογένεια έμοιαζε δεμένη και γεμάτη μέλλον. Όμως τα πράγματα δεν έμειναν έτσι. Οι φήμες λένε πως ο γάμος τους είχε εντάσεις, αλλά ό,τι κι αν συνέβη, το 1857 ο Αλταμούρα την εγκατέλειψε. Έφυγε με μια Αγγλίδα ζωγράφο και πήρε μαζί του τον μικρότερο γιο τους, τον Αλέξανδρο.
Η Ελένη βρέθηκε μόνη, με δύο μικρά παιδιά και έναν κόσμο εντελώς ξένο και σκληρό απέναντί της.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, άρχισε να διδάσκει ζωγραφική σε γυναίκες της εποχής, προσπαθώντας να χτίσει ξανά τη ζωή της. Παρότι είχε χάσει τον άντρα της και τον έναν της γιο, συνέχισε να παλεύει. Το ταλέντο της ήταν αδιαμφισβήτητο και η τέχνη αποτελούσε για εκείνη καταφύγιο.
Αλλά η μοίρα δεν είχε τελειώσει μαζί της.
ΟΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΟΝΤΑΙ
Το πρώτο μεγάλο χτύπημα ήρθε με τον θάνατο της κόρης της, Σοφίας. Στα 18 της χρόνια, η φυματίωση την πήρε μέσα σε λίγους μήνες. Η Ελένη κατέρρευσε, αλλά είχε ακόμη τον Ιωάννη, τον μεγαλύτερο γιο της, έναν νέο με εξαιρετικό ταλέντο στη ναυτική ζωγραφική.
Ο Ιωάννης ξεχώριζε από μικρός. Είχε την ευαισθησία και τη ματιά της μητέρας του, αλλά και έναν δικό του ξεχωριστό καλλιτεχνικό κόσμο. Όμως στα 1878, η ίδια ασθένεια που πήρε τη Σοφία χτύπησε και εκείνον. Το δεύτερο παιδί της χάθηκε.
Δύο παιδιά νεκρά. Ένα χαμένο στην Ιταλία. Η Ελένη δεν μπορούσε πια να σηκώσει το βάρος.
Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΠΕΤΣΕΣ
Με τη θλίψη να την καταβάλλει, έφυγε από την Αθήνα και γύρισε στις Σπέτσες. Εκεί ζούσε πια απομονωμένη, σχεδόν σαν να είχε αποσυρθεί από τον κόσμο. Η πιο σκοτεινή στιγμή της ζωής της έφτασε όταν, σύμφωνα με πολλούς, έκαψε τα έργα της. Κάποιοι λένε πως το έκανε η ίδια, άλλοι πως συνέβη μετά τον θάνατό της. Όπως και να έχει, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: το έργο της σχεδόν εξαφανίστηκε.
Για μια γυναίκα που έζησε για την τέχνη της, αυτό το τέλος μοιάζει σπαρακτικό.
Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ
Η Ελένη πέθανε το 1900, ξεχασμένη. Όμως οι ιστορίες που άφησε πίσω της ήταν αρκετές για να αναζητηθούν ξανά πολλά χρόνια αργότερα. Η ζωή της έγινε έμπνευση για το μυθιστόρημα «Ελένη ή ο Κανένας» της Ρέας Γαλανάκη, δίνοντας ξανά φωνή σε μια μορφή που άξιζε να φωτιστεί.
Σήμερα, η Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα θεωρείται η πρώτη σπουδαία Ελληνίδα ζωγράφος. Μια γυναίκα που τόλμησε σε μια εποχή που τίποτα δεν ήταν εύκολο. Μια καλλιτέχνιδα που κυνηγούσε το όνειρό της με πείσμα, ακόμη κι όταν όλα γύρω της γκρεμίζονταν. Κι αν η ζωή της ήταν σκληρή, το παράδειγμα της μας θυμίζει κάτι σημαντικό: πως ο αγώνας για την τέχνη, την ελευθερία και τον εαυτό μας, μερικές φορές είναι πιο δυνατός και από τον ίδιο τον χρόνο.












