Ο Μάρκος Μπότσαρης δεν είναι απλώς μια φιγούρα από τις σελίδες της Ιστορίας. Είναι μια μορφή που εξακολουθεί να μαγνητίζει, όχι μόνο επειδή έζησε σαν θρύλος, αλλά γιατί ακόμη και ένας κολοσσός της λογοτεχνίας όπως ο Ιούλιος Βερν τον σήκωσε ψηλά, αποκαλώντας τον «Λεωνίδα της σύγχρονης Ελλάδας». Και κάπως έτσι, ένας Σουλιώτης πολεμιστής πέρασε από τα κακοτράχαλα βουνά της Ηπείρου στο ατσάλινο κατάστρωμα του φανταστικού «Ναυτίλου».
Ένας ήρωας γεννημένος μέσα στη φωτιά
Ο Μπότσαρης μεγάλωσε στο Σούλι, μια κοινότητα που ποτέ δεν έσκυβε το κεφάλι. Από μικρός έμαθε ότι η ζωή δεν χαρίζεται· κατακτιέται. Σε ηλικία μόλις 14 ετών μπήκε στη μάχη σαν να ήταν κάτι φυσιολογικό, ενώ λίγα χρόνια αργότερα κατέγραψε το πρώτο ελληνοαλβανικό λεξικό, δείχνοντας πως το μυαλό του ήταν τόσο κοφτερό όσο και το σπαθί του.
Η οικογένειά του ήταν ήδη θρυλική. Όμως εκείνος δεν αρκέστηκε στη φήμη της. Ήθελε να κάνει κάτι δικό του, κάτι που θα αποδεικνυόταν πιο δυνατό από κάθε όπλο: να χαράξει το όνομά του μέσα στην ίδια την Ιστορία.
Ο άντρας που εμπιστευόταν μόνο τα έργα, όχι τα λόγια
Η σχέση του με τον Αλή Πασά ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι. Άλλοτε σύμμαχοι, άλλοτε εχθροί, πάντα όμως με τον Μπότσαρη να κρατάει στο μυαλό του μόνο ένα πράγμα: την επιστροφή των Σουλιωτών στη γη τους.
Και όταν κάποια στιγμή του απονεμήθηκε ο τίτλος του στρατηγού, εκείνος τον έσκισε μπροστά σε όλους. Ήταν μια στιγμή που θα περίμενες να διαβάσεις σε μυθιστόρημα, αλλά έχει καταγραφεί από αυτόπτες. Για τον Μπότσαρη, οι τίτλοι ήταν απλώς χαρτιά. Η πραγματική αξία μετριόταν στο πεδίο της μάχης.
Οι μάχες που τον έκαναν θρύλο
Από το 1820 και μετά οι στρατιωτικές του επιτυχίες ήταν απανωτές. Με τους 300 άντρες του ανέβηκε στο Σατοβέτζα, κατέλαβε το φρούριο των Βαριάδων και διέλυσε εχθρικά στρατεύματα πολλαπλάσια σε αριθμό.
Συμμετείχε στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου και έγινε το πρόσωπο που οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί κοιτούσαν όταν τα πράγματα σκούραιναν. Δεν ήταν απλώς γενναίος· είχε κάτι πιο σπάνιο: απόλυτη αφοβία, σχεδόν απροσάρμοστη στη λογική.
Η τελευταία του νύχτα στο Κεφαλόβρυσο
Η μάχη της 21ης Αυγούστου 1823 ήταν η πιο επικίνδυνη από όλες. Ο Μπότσαρης οδήγησε 450 Σουλιώτες σε νυχτερινή επιδρομή απέναντι σε 15.000 Τουρκαλβανούς. Ήταν παράτολμο, ήταν τρέλα, αλλά ήταν και αποτελεσματικό.
Μια σφαίρα στο μάτι τον σταμάτησε. Δεν έβγαλε κραυγή. Δεν ζήτησε βοήθεια. Απλώς είπε στους συντρόφους του: «Αδέλφια, με βάρεσαν».
Και κάπως έτσι έπεσε ένας από τους πιο μεγάλους Έλληνες της εποχής του.
Μια κηδεία αντάξια βασιλιά, χωρίς το παραμικρό στέμμα
Την επόμενη μέρα το σώμα του μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι. Προπορεύονταν λάφυρα, σημαίες, αιχμάλωτοι. Η εικόνα έμοιαζε με μεγαλειώδη παρέλαση, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια πομπή πένθους για έναν άνθρωπο που δεν ζήτησε ποτέ τίποτα για τον εαυτό του.
Ο κόσμος τον αποχαιρέτησε σαν βασιλιά, παρότι εκείνος είχε μόνο τη φουστανέλα του και τον καπνό των μαχών πάνω του.
Πώς ο Βερν τον έκανε αθάνατο μέσα από ένα βιβλίο
Κι εδώ είναι που μπαίνει ο Ιούλιος Βερν. Στις «20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα», ο καπετάνιος Νέμο μνημονεύει τον Μπότσαρη ως «Λεωνίδα της σύγχρονης Ελλάδας».
Δεν ήταν μια τυχαία φράση. Ήταν ένας φόρος τιμής στον μικρό αλλά αλύγιστο λαό που πάλευε για ελευθερία. Και ήταν επίσης ένα μυστικό νεύμα προς τους αναγνώστες: ανάμεσα στα τέρατα της θάλασσας και τις μηχανές του μέλλοντος, η πραγματική ηρωική ιστορία είναι αυτή που ζει έξω από τα βιβλία.
Γιατί ο Μπότσαρης συγκινεί ακόμη και σήμερα
Η Ευρώπη τον λάτρεψε. Ο Βύρων τον τίμησε. Ο Βερν τον διαιώνισε. Ο Βίκτωρ Ουγκώ τον ύμνησε. Και στην Αμερική γράφτηκε από τα ωραιότερα φιλελληνικά ποιήματα προς το όνομά του.
Όταν το 1836 ο γλύπτης Νταβίντ ντ’ Ανζέρ φιλοτέχνησε τον τάφο του στο Μεσολόγγι, δεν έγραψε τίτλους. Μόνο: «Μάρκος Μπότσαρης».
Γιατί μερικοί άνθρωποι δεν χρειάζονται επίθετα. Η ζωή τους αρκεί.
Το όνομά του επιβίωσε όχι επειδή πέθανε ηρωικά — πολλοί το έκαναν. Αλλά γιατί ήξερε να ζει και να φεύγει με τρόπο που δεν σήκωνε δεύτερη ανάγνωση. Ήταν ένας πραγματικός Λεωνίδας της νεότερης Ελλάδας, ένας πολεμιστής που δεν συμβιβάστηκε ποτέ και που άφησε πίσω του μια ιστορία τόσο δυνατή, ώστε ακόμη και η λογοτεχνία έσκυψε για να την τιμήσει.












