Η μητέρα είναι συχνά ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους στη ζωή ενός παιδιού. Είναι εκείνη που το φροντίζει, το προστατεύει, το στηρίζει και πολλές φορές βάζει τις δικές της ανάγκες σε δεύτερη μοίρα για να του προσφέρει όσα χρειάζεται. Τι συμβαίνει όμως όταν αυτή η προσφορά συνοδεύεται διαρκώς από υπενθυμίσεις για τις θυσίες που έγιναν και από την απαίτηση το παιδί να ανταποδώσει την αγάπη με υπακοή;
Υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν ακούγοντας φράσεις όπως «Όλα για σένα τα κάνω», «Δεν βλέπεις πόσο κουράζομαι για χάρη σου;» ή «Με όλα όσα σου έχω προσφέρει, έτσι μου φέρεσαι;». Μπορεί να μην υπάρχει πρόθεση να πληγωθούν. Όταν όμως τέτοιες εκφράσεις γίνονται συστηματικός τρόπος επιβολής, η μητρική αγάπη μπορεί να συνδεθεί με ενοχές, φόβο απογοήτευσης και δυσκολία στην ανάπτυξη της προσωπικής αυτονομίας.
Όταν το παιδί αισθάνεται ότι χρωστά στη μητέρα του
Η φροντίδα ενός παιδιού απαιτεί χρόνο, προσπάθεια και συχνά σημαντικές προσωπικές παραχωρήσεις. Αυτό είναι μέρος της γονεϊκής ευθύνης και δεν αποτελεί από μόνο του πρόβλημα. Η δυσκολία αρχίζει όταν το παιδί καλείται να αισθάνεται υπεύθυνο για όσα στερήθηκε ή θυσίασε ο γονέας του.
Ένα μικρό παιδί δεν έχει ακόμη την ωριμότητα να ξεχωρίζει εύκολα την ευγνωμοσύνη από την υποχρέωση. Όταν ακούει επανειλημμένα ότι η μητέρα του υποφέρει εξαιτίας του ή ότι οφείλει να συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο επειδή εκείνη έχει θυσιαστεί, μπορεί να αρχίσει να πιστεύει πως οι δικές του επιθυμίες δημιουργούν πρόβλημα.
Έτσι, μια συνηθισμένη διαφωνία μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη συναισθηματική σημασία. Το παιδί δεν σκέφτεται απλώς ότι έκανε κάτι που η μητέρα του δεν εγκρίνει. Μπορεί να αισθάνεται πως την πλήγωσε, πως είναι αχάριστο ή πως δεν αξίζει την αγάπη της όταν δεν συμμορφώνεται με όσα εκείνη περιμένει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αυστηρή παρατήρηση ή κάθε αναφορά στην κούραση ενός γονέα είναι ψυχολογική χειραγώγηση. Η σημασία βρίσκεται στον τρόπο, στη συχνότητα και στο συνολικό κλίμα της σχέσης.
Τι είναι ο γονεϊκός ψυχολογικός έλεγχος;
Στην αναπτυξιακή ψυχολογία, ο όρος «γονεϊκός ψυχολογικός έλεγχος» περιγράφει συμπεριφορές με τις οποίες ένας γονέας προσπαθεί να επηρεάσει τον εσωτερικό κόσμο του παιδιού χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, ενοχές, ντροπή, συναισθηματική πίεση ή την αίσθηση ότι η αποδοχή του εξαρτάται από την υπακοή του.
Ο ψυχολογικός έλεγχος διαφέρει από τα φυσιολογικά όρια που χρειάζεται ένα παιδί. Ένας γονέας μπορεί να απαιτεί να τηρούνται κανόνες ασφαλείας, να υπάρχει σεβασμός στο σπίτι ή να ολοκληρώνονται οι σχολικές υποχρεώσεις, χωρίς να χρησιμοποιεί τη σχέση αγάπης ως μέσο πίεσης.
Η διαφορά φαίνεται στον τρόπο επικοινωνίας. Άλλο είναι να ακούσει ένα παιδί «Δεν επιτρέπεται να κάνεις αυτό γιατί είναι επικίνδυνο» και άλλο να του ειπωθεί «Αν με αγαπούσες πραγματικά, δεν θα μου το έκανες αυτό».
Στη δεύτερη περίπτωση, η συμμόρφωση δεν συνδέεται μόνο με τον κανόνα, αλλά και με την ανάγκη του παιδιού να μη χάσει τη συναισθηματική αποδοχή του γονέα του.
Πώς οι συνεχείς ενοχές μπορούν να επηρεάσουν ένα παιδί
Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε έντονη συναισθηματική πίεση μπορεί να μάθει να παρατηρεί διαρκώς τις αντιδράσεις των άλλων. Να προσπαθεί να προβλέψει ποιος θα θυμώσει, ποιος θα στενοχωρηθεί και ποια επιλογή θα δημιουργήσει τη μικρότερη αναστάτωση.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η στάση συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή. Ο άνθρωπος μπορεί να δυσκολεύεται να πει «όχι», να θέτει όρια ή να παίρνει αποφάσεις που διαφέρουν από τις προσδοκίες της οικογένειάς του.
Μπορεί επίσης να αισθάνεται υπερβολική ευθύνη για τη συναισθηματική κατάσταση των ανθρώπων γύρω του. Να πιστεύει ότι πρέπει πάντα να τους ευχαριστεί, ακόμη κι όταν αυτό γίνεται εις βάρος των δικών του αναγκών.
Επιστημονικές μελέτες έχουν συσχετίσει τον γονεϊκό ψυχολογικό έλεγχο με χαμηλότερη συναισθηματική αυτονομία, δυσκολίες στη ρύθμιση των συναισθημάτων και αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ψυχολογικής δυσφορίας. Αυτές οι συσχετίσεις δεν σημαίνουν ότι όλα τα παιδιά θα εμφανίσουν τις ίδιες δυσκολίες ούτε ότι υπάρχει μία μοναδική αιτία για τα προβλήματα ψυχικής υγείας.
Η προσωπικότητα, οι υπόλοιπες οικογενειακές σχέσεις, οι εμπειρίες και το ευρύτερο περιβάλλον παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο.
Το παιδί δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσει τα όνειρα της μητέρας του
Μερικές φορές, ένας γονέας έχει τόσο συγκεκριμένη εικόνα για το μέλλον του παιδιού του, ώστε δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι εκείνο μπορεί να επιθυμεί κάτι διαφορετικό.
Μπορεί να ονειρεύεται ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, έναν τρόπο ζωής ή μια πορεία που θεωρεί ιδανική. Ίσως μάλιστα να πιστεύει ειλικρινά πως γνωρίζει καλύτερα τι θα κάνει το παιδί ευτυχισμένο.
Όμως το παιδί μεγαλώνει και σταδιακά διαμορφώνει τα δικά του ενδιαφέροντα, τις ικανότητες και τις επιθυμίες του. Είναι φυσιολογικό να επηρεάζεται από την οικογένειά του, αλλά είναι εξίσου σημαντικό να έχει τη δυνατότητα να ανακαλύπτει ποιος είναι.
Η μητρική υποστήριξη μπορεί να εκφράζεται με συμβουλές, ενθάρρυνση και καθοδήγηση. Δεν χρειάζεται όμως να σημαίνει ότι το παιδί οφείλει να πραγματοποιήσει όλα όσα δεν κατάφερε ή δεν επέλεξε η μητέρα του στη δική της ζωή.
Το παιδί δεν είναι μια δεύτερη ευκαιρία για να ζήσει ο γονέας μια διαφορετική ζωή. Είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, που έχει ανάγκη να αγαπιέται και όταν οι επιλογές του δεν ταυτίζονται με τις οικογενειακές προσδοκίες.
Μπορεί μια μητέρα να αγαπά το παιδί της και ταυτόχρονα να το πιέζει;
Ναι. Η αγάπη και η συμπεριφορά δεν είναι πάντοτε το ίδιο πράγμα. Ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπά βαθιά το παιδί του και ταυτόχρονα να χρησιμοποιεί τρόπους επικοινωνίας που του δημιουργούν ενοχές ή το δυσκολεύουν να αναπτύξει αυτονομία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι μητέρες που εκφράζουν την κούραση ή την απογοήτευσή τους ασκούν ψυχολογικό έλεγχο. Οι γονείς είναι άνθρωποι, έχουν συναισθήματα και κάποιες φορές μπορεί να πουν πράγματα που αργότερα μετανιώνουν.
Το ζήτημα γίνεται σημαντικό όταν η συναισθηματική πίεση επαναλαμβάνεται και αποτελεί βασικό τρόπο διαχείρισης των διαφωνιών. Όταν ένα παιδί αισθάνεται ότι δεν μπορεί να εκφράσει διαφορετική γνώμη χωρίς να κατηγορηθεί για αχαριστία ή ότι πρέπει διαρκώς να φροντίζει τη συναισθηματική κατάσταση του γονέα του.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αναγνώριση του προβλήματος δεν χρειάζεται να οδηγεί σε κατηγορίες ή στην αναζήτηση ενός μοναδικού υπευθύνου. Μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για έναν διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας.
Πώς μπορεί ένας ενήλικας να ξεπεράσει τις ενοχές που κουβαλά από την παιδική του ηλικία;
Για έναν άνθρωπο που έχει μεγαλώσει πιστεύοντας ότι πρέπει να ικανοποιεί συνεχώς τους άλλους, η προσπάθεια να θέσει προσωπικά όρια μπορεί αρχικά να προκαλεί έντονη αμηχανία.
Μπορεί να αισθάνεται ενοχές όταν αρνείται μια χάρη, όταν επιλέγει κάτι διαφορετικό από όσα περιμένει η οικογένειά του ή όταν αποφασίζει να αφιερώσει χρόνο στον εαυτό του.
Ένα χρήσιμο πρώτο βήμα είναι να αρχίσει να αναγνωρίζει πότε η ενοχή προκύπτει από μια πραγματική ευθύνη και πότε από τον φόβο ότι κάποιος θα απογοητευτεί επειδή δεν εκπληρώθηκε η επιθυμία του.
Τα όρια δεν αποτελούν απαραίτητα ένδειξη απόρριψης. Μπορεί κάποιος να αγαπά τη μητέρα του, να αναγνωρίζει την προσφορά της και ταυτόχρονα να διαφωνεί μαζί της για ορισμένες σημαντικές προσωπικές αποφάσεις.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο να κατανοήσει καλύτερα τις οικογενειακές του εμπειρίες, να επεξεργαστεί δύσκολα συναισθήματα και να αναπτύξει υγιέστερους τρόπους επικοινωνίας. Δεν είναι όμως υποχρεωτική για όλους ούτε αποτελεί εγγύηση ότι κάθε δυσκολία θα εξαφανιστεί.
Εάν οι ενοχές, το άγχος ή η θλίψη επηρεάζουν έντονα την καθημερινότητα, η συμβουλή ενός κατάλληλα καταρτισμένου επαγγελματία ψυχικής υγείας μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.
Η αγάπη γίνεται πιο ουσιαστική όταν επιτρέπει στο παιδί να μεγαλώσει
Η γονεϊκή αγάπη δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να είναι πολύτιμη. Χρειάζεται όμως να αφήνει χώρο για την προσωπικότητα, τα συναισθήματα και την εξέλιξη του παιδιού.
Μια μητέρα μπορεί να προστατεύει, να καθοδηγεί και να εκφράζει τις ανησυχίες της χωρίς να ζητά ως αντάλλαγμα την πλήρη συμμόρφωση στις επιθυμίες της. Μπορεί να απογοητεύεται από κάποια επιλογή του παιδιού της χωρίς να αμφισβητεί την αγάπη της προς εκείνο.
Αντίστοιχα, ένα παιδί μπορεί να εκτιμά όσα πρόσφεραν οι γονείς του χωρίς να αισθάνεται ότι τους οφείλει κάθε απόφαση της ενήλικης ζωής του.
Η δημιουργία μιας τέτοιας σχέσης δεν είναι πάντοτε εύκολη. Απαιτεί επικοινωνία, σεβασμό, αναγνώριση των αναγκών και των δύο πλευρών και τη δυνατότητα να αντιμετωπίζονται οι διαφωνίες χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς.
Γιατί το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει ένας γονέας δεν είναι να μεγαλώσει ένα παιδί που θα συμφωνεί πάντα μαζί του. Είναι να το βοηθήσει να γίνει ένας άνθρωπος που θα γνωρίζει την αξία του, θα μπορεί να παίρνει τις δικές του αποφάσεις και θα αισθάνεται ότι αξίζει την αγάπη ακόμη κι όταν κάνει λάθη ή ακολουθεί διαφορετικό δρόμο.
Πηγές τεκμηρίωσης:












