Δεν κράτησα ποτέ κακία σε εκείνους που φεύγουν.
Ίσως γιατί μεγαλώνοντας κατάλαβα πως δεν είναι πάντα δειλία η φυγή. Μερικές φορές είναι η πιο δύσκολη μορφή θάρρους. Θέλει δύναμη να κοιτάξεις έναν άνθρωπο στα μάτια και να του πεις πως δεν μπορείς άλλο. Θέλει αλήθεια να παραδεχτείς πως κάτι τελείωσε, πριν αρχίσεις να το φθείρεις με σιωπές, ψέματα και μισές παρουσίες.
Γιατί υπάρχει και αυτή η βία. Η αργή και αθόρυβη. Εκείνη που δεν φωνάζει, αλλά πληγώνει κάθε μέρα λίγο. Να μένεις ενώ μέσα σου έχεις ήδη φύγει. Να χαμογελάς από συνήθεια. Να απαντάς από υποχρέωση. Να κρατάς έναν άνθρωπο δίπλα σου όχι επειδή τον θέλεις, αλλά επειδή φοβάσαι να γίνεις ο «κακός» της ιστορίας.
Μερικές φορές ο πιο τίμιος άνθρωπος είναι εκείνος που φεύγει
Όχι εκείνος που εξαφανίζεται. Όχι εκείνος που σε αφήνει να μαντεύεις. Όχι εκείνος που χρησιμοποιεί την απουσία σαν τιμωρία.
Αλλά εκείνος που έρχεται μπροστά σου και λέει την αλήθεια του, όσο κι αν πονά.
Γιατί φυγή με φυγή έχει διαφορά.
Υπάρχει το «φεύγω» που έρχεται με σεβασμό. Που έχει προηγουμένως παλέψει μέσα του, έχει σκεφτεί, έχει δοκιμάσει και έχει μετρήσει τις αντοχές του. Κι όταν καταλάβει πως δεν υπάρχει πια δρόμος, στο λέει καθαρά.
Χωρίς παιχνίδια. Χωρίς πόρτες μισάνοιχτες. Χωρίς να σε κρατά σε αναμονή για την περίπτωση που κάποτε φοβηθεί τη μοναξιά του.
Υπάρχει ένας τρόπος να φύγεις χωρίς να εξευτελίσεις τον άλλον
Αυτό το «φεύγω» πονάει, αλλά δεν σε εξευτελίζει. Σε πληγώνει, αλλά δεν σε μπερδεύει.
Μέσα στον πόνο του υπάρχει μια μορφή αξιοπρέπειας, γιατί ο άλλος αναγνωρίζει πως έχεις δικαίωμα να ξέρεις. Έχεις δικαίωμα να πονέσεις καθαρά. Έχεις δικαίωμα κάποια στιγμή να αρχίσεις να γιατρεύεσαι.
Δεν σε αφήνει να ψάχνεις για μήνες τι πήγε λάθος. Δεν σε αναγκάζει να διαβάζεις ξανά και ξανά παλιά μηνύματα μήπως βρεις μια απάντηση που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Και υπάρχει και το άλλο «φεύγω»
Το γνώριμο. Το μουγκό. Εκείνο που δεν λέγεται ποτέ κανονικά.
Κρύβεται πίσω από φράσεις όπως «δεν είμαι καλά αυτόν τον καιρό», «χρειάζομαι χώρο» ή «δεν φταις εσύ». Συνοδεύεται από αραιά μηνύματα, ψυχρές απαντήσεις και εξαφανίσεις που βαφτίζονται μπέρδεμα.
Αυτό το είδος φυγής δεν πονά μόνο επειδή χάνεις έναν άνθρωπο. Πονά επειδή σε αφήνει χωρίς καθαρή απάντηση.
Σε κάνει να αναρωτιέσαι τι έκανες λάθος. Αν δεν άξιζες αρκετά. Αν έπρεπε να προσπαθήσεις περισσότερο. Σε βάζει να μετράς λέξεις, βλέμματα και στιγμές, προσπαθώντας να βρεις λογική εκεί όπου ίσως υπήρχε απλώς φόβος να ειπωθεί η αλήθεια.
Η μισάνοιχτη πόρτα πληγώνει περισσότερο
Το πιο δύσκολο είναι όταν κάποιος φεύγει αλλά αφήνει πίσω του μια μικρή χαραμάδα.
Δεν λέει ούτε «μένω» ούτε «φεύγω». Δεν σε αφήνει να συνεχίσεις, αλλά ούτε και επιστρέφει πραγματικά. Μπορεί να εμφανίζεται ξανά όταν νιώσει μόνος, όταν χρειαστεί επιβεβαίωση ή όταν δει ότι εσύ αρχίζεις να προχωράς.
Κι αυτό είναι που κουράζει περισσότερο. Όχι η απώλεια, αλλά η αβεβαιότητα.
Ο τρόπος που φεύγει κάποιος δείχνει πολλά
Δείχνει αν σε σεβάστηκε. Αν σε είδε ως άνθρωπο ή απλώς ως καταφύγιο. Αν νοιάστηκε για το πώς θα μείνεις πίσω ή μόνο για το πώς θα φύγει ο ίδιος πιο ανώδυνα.
Και όσο κι αν πονάει να χάνεις κάποιον, πονάει περισσότερο να καταλαβαίνεις πως ίσως δεν σε κράτησε ποτέ όπως εσύ τον κράτησες.
Μα κάποια στιγμή μαθαίνεις.
Μαθαίνεις να μην παρακαλάς παρουσίες που έχουν ήδη αδειάσει. Να μην κυνηγάς εξηγήσεις από ανθρώπους που διάλεξαν τη σιωπή. Να μην θεωρείς κάθε απώλεια καταστροφή.
Μερικές φορές η απώλεια είναι και απελευθέρωση.
Δεν χρειάζεται να κρατήσεις κακία για να θυμάσαι
Μπορείς να συγχωρήσεις και ταυτόχρονα να θυμάσαι τι σου έμαθε κάποιος.
Μπορείς να μην κρατάς θυμό και παρ’ όλα αυτά να καταλαβαίνεις πως ο τρόπος που έφυγε ένας άνθρωπος αποκάλυψε κάτι σημαντικό για τον χαρακτήρα του.
Και τότε σταματάς να θυμώνεις με εκείνους που φεύγουν. Απλώς παρατηρείς τον τρόπο που το έκαναν και καταλαβαίνεις καλύτερα ποιοι ήταν.
Ίσως τελικά το σημαντικό δεν είναι ποιος έφυγε, αλλά ποιος επέλεξε να μείνει
Γιατί ο άνθρωπος που αξίζει να μείνει στη ζωή σου δεν είναι απαραίτητα εκείνος που δεν σκέφτηκε ποτέ να φύγει.
Είναι εκείνος που στις δύσκολες στιγμές δεν διάλεξε τη σιωπή, τα μισόλογα ή την εξαφάνιση.
Είναι εκείνος που μίλησε, προσπάθησε και έμεινε όσο υπήρχε κάτι αληθινό να σωθεί.
Και όταν τελικά ένας άνθρωπος διαλέγει ξανά και ξανά να μείνει, όχι από φόβο αλλά από αγάπη, τότε η παρουσία του αποκτά πραγματική αξία.












