Δεν κράτησα ποτέ κακία σε εκείνους που φεύγουν.
Ίσως γιατί μεγαλώνοντας κατάλαβα πως δεν είναι πάντα δειλία η φυγή. Μερικές φορές είναι η πιο δύσκολη μορφή θάρρους. Θέλει δύναμη να κοιτάξεις έναν άνθρωπο στα μάτια και να του πεις πως δεν μπορείς άλλο. Θέλει αλήθεια να παραδεχτείς πως κάτι τελείωσε, πριν αρχίσεις να το σαπίζεις σιγά σιγά με σιωπές, ψέματα και μισές παρουσίες.
Γιατί υπάρχει και αυτή η βία. Η αργή. Η αθόρυβη. Εκείνη που δεν φωνάζει, αλλά πληγώνει κάθε μέρα λίγο. Να μένεις ενώ μέσα σου έχεις ήδη φύγει. Να χαμογελάς από συνήθεια. Να απαντάς από υποχρέωση. Να κρατάς έναν άνθρωπο δίπλα σου όχι επειδή τον θέλεις, αλλά επειδή φοβάσαι να γίνεις ο κακός της ιστορίας.
Κι όμως, μερικές φορές ο πιο τίμιος άνθρωπος είναι εκείνος που φεύγει.
Όχι εκείνος που εξαφανίζεται. Όχι εκείνος που σε αφήνει να μαντεύεις. Όχι εκείνος που σέρνει την απουσία του σαν τιμωρία. Αλλά εκείνος που έρχεται μπροστά σου και λέει την αλήθεια του, όσο κι αν πονά.
Γιατί φυγή με φυγή έχει διαφορά.
Υπάρχει το φεύγω που έρχεται με σεβασμό. Που έχει προηγουμένως παλέψει μέσα του. Που έχει δοκιμάσει, έχει σκεφτεί, έχει μετρήσει τις αντοχές του. Κι όταν πια καταλάβει πως δεν υπάρχει δρόμος, έρχεται και σου το λέει καθαρά. Χωρίς παιχνίδια. Χωρίς πόρτες μισάνοιχτες. Χωρίς να σε κρατά σε αναμονή για την περίπτωση που κάποτε βαρεθεί τη μοναξιά του.
Αυτό το φεύγω πονάει, αλλά δεν σε εξευτελίζει.
Σε αφήνει μισό, αλλά όχι χαμένο.
Σε πληγώνει, αλλά δεν σε μπερδεύει.
Και μέσα στον πόνο του, υπάρχει μια αξιοπρέπεια. Γιατί ο άλλος αναγνωρίζει πως έχεις δικαίωμα να ξέρεις. Έχεις δικαίωμα να πονέσεις καθαρά. Έχεις δικαίωμα να αρχίσεις κάποτε να γιατρεύεσαι.
Υπάρχει όμως και το άλλο φεύγω.
Το γνώριμο. Το δειλό. Το μουγκό.
Εκείνο που δεν λέγεται ποτέ κανονικά. Που κρύβεται πίσω από ατάκες όπως «δεν είμαι καλά αυτόν τον καιρό», «δεν φταις εσύ», «χρειάζομαι χώρο». Εκείνο που συνοδεύεται από αραιά μηνύματα, από ψυχρές απαντήσεις, από εξαφανίσεις που βαφτίζονται μπέρδεμα.
Αυτό το φεύγω δεν είναι απλώς φυγή. Είναι φθορά.
Σε κάνει να ψάχνεις τι έκανες λάθος. Να αναρωτιέσαι αν δεν άξιζες αρκετά. Να μετράς λέξεις, βλέμματα, στιγμές. Να προσπαθείς να βρεις λογική εκεί όπου υπήρχε απλώς έλλειψη θάρρους.
Και το χειρότερο είναι πως αυτοί οι άνθρωποι συχνά αφήνουν πίσω τους μια χαραμάδα. Όχι από αγάπη. Από εγωισμό. Για να μπορούν να επιστρέψουν όταν τους λείψει η επιβεβαίωση. Όταν σε δουν να προχωράς. Όταν καταλάβουν πως δεν είσαι πια διαθέσιμος να γεμίζεις τα κενά τους.
Γι’ αυτό λέω πως ο τρόπος που φεύγει κάποιος δείχνει πολλά.
Δείχνει αν σε σεβάστηκε.
Αν σε είδε ως άνθρωπο ή ως καταφύγιο.
Αν αγάπησε εσένα ή τον εαυτό του μέσα στα μάτια σου.
Και όσο κι αν πονάει να χάνεις κάποιον, πονάει περισσότερο να καταλαβαίνεις πως ίσως δεν σε κράτησε ποτέ όπως εσύ τον κράτησες.
Μα κάποια στιγμή μαθαίνεις.
Μαθαίνεις να μην παρακαλάς παρουσίες που έχουν ήδη αδειάσει. Μαθαίνεις να μην κυνηγάς εξηγήσεις από ανθρώπους που διάλεξαν τη σιωπή επειδή τους βόλευε. Μαθαίνεις πως δεν είναι κάθε απώλεια καταστροφή. Μερικές φορές είναι απελευθέρωση.
Και τότε σταματάς να τα βάζεις με εκείνους που φεύγουν.
Απλώς κοιτάς τον τρόπο που έφυγαν και καταλαβαίνεις ποιοι ήταν.
Γιατί ο άνθρωπος που αξίζει να μείνει στη ζωή σου δεν είναι εκείνος που δεν φοβήθηκε ποτέ τη φυγή.
Είναι εκείνος που, ενώ μπορούσε να φύγει, διάλεξε ξανά και ξανά να μείνει.












