Αθήνα της δεκαετίας του ’60. Άλλοι ρυθμοί, άλλες εικόνες και ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος μετακίνησης μέσα στην πόλη. Στα λεωφορεία δεν υπήρχαν ηλεκτρονικά εισιτήρια, κάρτες ή μηχανήματα επικύρωσης όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.
Ο επιβάτης ανέβαινε στο λεωφορείο και το εισιτήριο κοβόταν μέσα, από τον εισπράκτορα. Για όσους έζησαν εκείνη την εποχή, η χαρακτηριστική φιγούρα του ανθρώπου που καθόταν κοντά στην πίσω πόρτα αποτελεί μία από τις πιο γνώριμες εικόνες των παλιών αστικών συγκοινωνιών.
Ο εισπράκτορας στην πίσω πόρτα
Τα αστικά λεωφορεία εκείνων των χρόνων λειτουργούσαν πολύ διαφορετικά από τα σημερινά. Η επιβίβαση γινόταν συχνά από την πίσω πόρτα, όπου βρισκόταν ο εισπράκτορας με τα εισιτήρια και τα κέρματα.
Σε ειδική θέση μέσα στο λεωφορείο εισέπραττε το αντίτιμο, έδινε τα απαραίτητα ρέστα και έκοβε το αντίστοιχο εισιτήριο. Τα μικρά χάρτινα εισιτήρια μπορούσαν να έχουν διαφορετικό χρώμα ή αξία, ανάλογα με το κόμιστρο.

Σε πολλές γραμμές ο εισπράκτορας είχε επίσης την ευθύνη να ενημερώνει τους επιβάτες για τις στάσεις και την πορεία του λεωφορείου. Με τη στολή και το χαρακτηριστικό καπέλο του ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής διαδρομής.
Το εισιτήριο δεν λειτουργούσε όπως σήμερα
Το σύστημα κομίστρου ήταν διαφορετικό από το σημερινό ενιαίο εισιτήριο συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας. Η αξία του εισιτηρίου μπορούσε να διαφοροποιείται ανάλογα με τη γραμμή και την απόσταση της διαδρομής.
Ο εισπράκτορας γνώριζε τις αντίστοιχες ζώνες και ενημέρωνε τους επιβάτες όταν χρειαζόταν διαφορετικό εισιτήριο για τη συνέχιση της διαδρομής.

Χειμώνας δίπλα στη μηχανή, καλοκαίρι με ανοιχτά παράθυρα
Οι συνθήκες μέσα στα λεωφορεία απείχαν πολύ από τις σημερινές. Τον χειμώνα, μια θέση κοντά στο κουβούκλιο της μηχανής μπορούσε να προσφέρει λίγη παραπάνω ζέστη, μαζί όμως με τον θόρυβο και τις δονήσεις του κινητήρα.
Το καλοκαίρι τα πράγματα γίνονταν ακόμη πιο δύσκολα. Χωρίς τον κλιματισμό των σύγχρονων οχημάτων, τα παράθυρα άνοιγαν και οι επιβάτες προσπαθούσαν να δροσιστούν όπως μπορούσαν. Οι βεντάλιες στα χέρια των γυναικών ήταν μια συνηθισμένη εικόνα, ιδιαίτερα στις γεμάτες διαδρομές.
Αυτό που τελικά μένει είναι η νοσταλγία
Τα παλιά λεωφορεία δεν ήταν πιο άνετα. Είχαν θόρυβο, ζέστη, συνωστισμό και πολύ λιγότερες ανέσεις από τα σημερινά μέσα μεταφοράς. Κι όμως, για όσους μεγάλωσαν εκείνη την εποχή, έχουν μείνει συνδεδεμένα με μια ολόκληρη περίοδο της ζωής τους.
Ίσως τελικά αυτό που αναπολεί κανείς δεν είναι τόσο το ίδιο το λεωφορείο ή το χάρτινο εισιτήριο, όσο τις καθημερινές εικόνες της πόλης και τα χρόνια που τις συνόδευαν. Για ένα παιδί της Αθήνας του ’60, ακόμη και μια απλή διαδρομή με το λεωφορείο μπορούσε να μοιάζει με μικρή περιπέτεια μέσα στην πόλη.












