Ο Στέλιος Μυγιάκης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής πάλης. Στις 22 Ιουλίου 1980, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 62 κιλών της ελληνορωμαϊκής πάλης και έγραψε μία από τις πιο ξεχωριστές σελίδες στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.
Η επιτυχία είχε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η Ελλάδα κατακτούσε ξανά χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο έπειτα από 20 χρόνια. Πίσω από εκείνη τη στιγμή βρισκόταν μια μακρά πορεία προπονήσεων, διεθνών αγώνων και σημαντικών διακρίσεων.
Από το Ρέθυμνο στην Αθήνα και την πάλη
Ο Στέλιος Μυγιάκης γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1952 στο Ρέθυμνο. Σύμφωνα με τον Σύλλογο Ελλήνων Ολυμπιονικών, η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα όταν εκείνος ήταν περίπου δύο ετών.
Μεγάλωσε σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες και εργάστηκε από νεαρή ηλικία. Η οργανωμένη ενασχόλησή του με την ελληνορωμαϊκή πάλη άρχισε περίπου στα 16 του χρόνια, όταν εντάχθηκε στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο, με δάσκαλο τον Παναγιώτη Αρκουδέα.
Οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες
Το 1970, σε ηλικία 18 ετών, αναδείχθηκε για πρώτη φορά πρωταθλητής Ελλάδας, τότε στην κατηγορία των 52 κιλών. Στη συνέχεια κατέκτησε ακόμη πέντε πανελλήνιους τίτλους, το 1974, το 1975, το 1976, το 1978 και το 1979.
Η διεθνής του πορεία ήταν επίσης σημαντική. Πήρε μέρος σε τέσσερις Ολυμπιακούς Αγώνες: στο Μόναχο το 1972, στο Μόντρεαλ το 1976, στη Μόσχα το 1980 και στο Λος Άντζελες το 1984.
Το 1979 ήρθε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες πριν από το Ολυμπιακό χρυσό, όταν αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης στα 62 κιλά.
Η μεγάλη μάχη στη Μόσχα το 1980
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας, η κατηγορία των 62 κιλών ήταν ιδιαίτερα απαιτητική. Μεταξύ των αντιπάλων του Μυγιάκη βρίσκονταν ο Πολωνός Kazimierz Lipień, χρυσός Ολυμπιονίκης του 1976, ο Σοβιετικός Boris Kramarenko, παγκόσμιος πρωταθλητής του 1978, και ο Ούγγρος István Tóth, παγκόσμιος πρωταθλητής του 1979.
Ο Έλληνας πρωταθλητής κατάφερε να φτάσει μέχρι την τελική φάση. Στις 22 Ιουλίου νίκησε τον Kramarenko με απόφαση και σκορ 6-3, αποτέλεσμα που μεταφέρθηκε στην τελική κατάταξη.
Ο αγώνας με τον Ίστβαν Τοτ που έκρινε το χρυσό
Ο καθοριστικός αγώνας έγινε απέναντι στον István Tóth. Το χρυσό μετάλλιο κρινόταν πλέον ανάμεσα στους δύο αθλητές.
Στο σύστημα της εποχής οι παρατηρήσεις για παθητικότητα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποκλεισμό. Στα 8 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα ο Ούγγρος τιμωρήθηκε για παθητικότητα και ο αγώνας ολοκληρώθηκε υπέρ του Μυγιάκη.
Ο Στέλιος Μυγιάκης ήταν πλέον χρυσός Ολυμπιονίκης.
Η τελική κατάταξη είχε τον Μυγιάκη πρώτο, τον István Tóth δεύτερο και τον Boris Kramarenko τρίτο.
Μια νίκη με ιδιαίτερη θέση στην ελληνική ιστορία
Η επιτυχία του είχε διπλή σημασία. Ήταν το πρώτο χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο της Ελλάδας έπειτα από 20 χρόνια και ταυτόχρονα το πρώτο ελληνικό χρυσό στην Ολυμπιακή πάλη.
Μέχρι σήμερα ο Μυγιάκης παραμένει ο μοναδικός Έλληνας παλαιστής που έχει κατακτήσει χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο.
Στην ίδια διοργάνωση, μάλιστα, η ελληνική πάλη είχε ακόμη μία μεγάλη διάκριση: ο Γιώργος Χατζηιωαννίδης κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στα 62 κιλά της ελευθέρας πάλης.

Οι διακρίσεις πέρα από τους Ολυμπιακούς
Η καριέρα του Μυγιάκη δεν περιορίστηκε στη μεγάλη νίκη της Μόσχας. Είχε ήδη κατακτήσει το χρυσό στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1979, ενώ είχε πετύχει σημαντικές θέσεις και σε άλλες διεθνείς διοργανώσεις.
Στους Μεσογειακούς Αγώνες κατέκτησε αργυρά μετάλλια το 1975 και το 1979 και χρυσό το 1983. Η μακρόχρονη παρουσία του σε κορυφαίο επίπεδο δείχνει ότι το Ολυμπιακό χρυσό δεν ήταν μια μεμονωμένη επιτυχία, αλλά η κορυφή μιας σημαντικής διεθνούς καριέρας.
Η τελευταία Ολυμπιακή παρουσία και η ελληνική σημαία
Το 1984 ο Μυγιάκης πήρε μέρος για τέταρτη φορά σε Ολυμπιακούς Αγώνες, αυτή τη φορά στο Λος Άντζελες.
Εκεί είχε και μια ιδιαίτερη τιμή: ήταν ο σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής στην τελετή έναρξης. Η επιλογή του ήταν μια αναγνώριση της μέχρι τότε προσφοράς και των επιτυχιών του στον ελληνικό αθλητισμό.
Αγωνίστηκε ξανά στα 62 κιλά της ελληνορωμαϊκής πάλης και ολοκλήρωσε εκεί την Ολυμπιακή αγωνιστική του διαδρομή.
Από τον αγωνιστικό χώρο στην προπονητική
Μετά το τέλος της αθλητικής του καριέρας συνέχισε να υπηρετεί την πάλη από διαφορετικό ρόλο.
Από το 1987 έως το 1990 είχε, μαζί με τον Γιώργο Ποζίδη, την ευθύνη της Εθνικής ομάδας. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ το 1988, ο Μπάμπης Χολίδης κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στην ελληνορωμαϊκή πάλη.
Έτσι, η παρουσία του Μυγιάκη στο άθλημα δεν σταμάτησε με την τελευταία προσωπική του συμμετοχή σε Ολυμπιακούς Αγώνες.
Μια θέση που παραμένει μοναδική στην ελληνική πάλη
Περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες μετά τη Μόσχα, το επίτευγμα του Στέλιου Μυγιάκη εξακολουθεί να ξεχωρίζει.
Πολλοί Έλληνες παλαιστές έχουν διακριθεί σε Ολυμπιακούς Αγώνες και διεθνή πρωταθλήματα, όμως το χρυσό μετάλλιο των 62 κιλών του 1980 παραμένει μοναδικό για την ελληνική πάλη.
Η αξία της ιστορίας του βρίσκεται όχι μόνο στη στιγμή που ανέβηκε στο υψηλότερο σκαλί του βάθρου, αλλά στη διάρκεια της πορείας που προηγήθηκε: τέσσερις Ολυμπιακές συμμετοχές, πανελλήνιοι και διεθνείς τίτλοι, μια ευρωπαϊκή κορυφή και στη συνέχεια προσφορά από τη θέση του προπονητή.
Η 22α Ιουλίου 1980 παραμένει έτσι μία από τις ημερομηνίες-ορόσημα της ελληνικής Ολυμπιακής ιστορίας.
Πηγές:














