Ένα πολεμικό πλοίο με δύο καταστρώματα πυροβόλων και εκατοντάδες πολύχρωμα γλυπτά ξεκινά το παρθενικό του ταξίδι. Λίγο αργότερα, μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος, παίρνει κλίση και βυθίζεται. Αυτή ήταν η μοίρα του Vasa, που χάθηκε στο λιμάνι της Στοκχόλμης στις 10 Αυγούστου 1628.
Η ιστορία του, όμως, συνεχίστηκε κάτω από το νερό. Όταν αναδύθηκε ξανά στις 24 Απριλίου 1961, σχεδόν 333 χρόνια αργότερα, διατηρούσε μεγάλο μέρος της κατασκευής του. Η διάσωσή του αποκάλυψε έναν ολόκληρο κόσμο του 17ου αιώνα και άνοιξε ένα δύσκολο κεφάλαιο συντήρησης.
Το πρώτο ταξίδι που τελείωσε μέσα στο λιμάνι
Το Vasa κατασκευάστηκε με εντολή του βασιλιά Γουσταύου Β΄ Αδόλφου, σε μια περίοδο στρατιωτικών φιλοδοξιών για τη Σουηδία. Με 64 πυροβόλα, προοριζόταν να επιδείξει τη ναυτική της δύναμη. Στο πρώτο του ταξίδι επέβαιναν και συγγενείς μελών του πληρώματος, που θα αποβιβάζονταν πριν συνεχιστεί η πορεία του.
Μια πρώτη ριπή ανέμου έκανε το πλοίο να γείρει, αλλά εκείνο επανήλθε. Μια ισχυρότερη ριπή το έγειρε περισσότερο και το νερό εισέβαλε από τις ανοιχτές θυρίδες των πυροβόλων στο κάτω κατάστρωμα. Μέσα σε λίγα λεπτά το Vasa βρισκόταν στον βυθό, σε βάθος περίπου 32 μέτρων, ενώ περίπου 30 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους.
Το βασικό πρόβλημα ήταν η ευστάθειά του: τα ψηλά και βαριά ανώτερα τμήματα δεν αντιστοιχούσαν σε αρκετά μεγάλο τμήμα του κύτους κάτω από την επιφάνεια του νερού. Το κέντρο βάρους βρισκόταν πολύ ψηλά, με αποτέλεσμα το πλοίο να γέρνει επικίνδυνα ακόμη και με σχετικά λίγο άνεμο.
Μάλιστα, πριν από τον απόπλου είχε γίνει μια δοκιμή με 30 άνδρες που έτρεχαν από τη μία πλευρά του καταστρώματος στην άλλη. Η δοκιμή διακόπηκε επειδή υπήρχε φόβος ανατροπής, αλλά το ταξίδι πραγματοποιήθηκε. Η έρευνα που ακολούθησε τη βύθιση δεν κατέληξε σε επίσημη απόδοση ευθύνης ή τιμωρία.
Οι συνθήκες που βοήθησαν το ξύλο να διατηρηθεί
Η εξαιρετική διατήρηση του Vasa συνδέεται με το υφάλμυρο νερό του λιμανιού, δηλαδή νερό με λιγότερο αλάτι από την ανοιχτή θάλασσα. Οι τοπικές συνθήκες το προστάτευσαν από την καταστροφική δράση των ξυλοφάγων θαλάσσιων οργανισμών που είναι γνωστοί ως «σκουλήκια των πλοίων».
Το κρύο, το σκοτάδι και το πολύ λίγο οξυγόνο βοήθησαν επίσης στη διατήρηση του ξύλου. Η φθορά, ωστόσο, δεν σταμάτησε: μεταλλικοί σύνδεσμοι διαβρώθηκαν, τμήματα της κατασκευής κατέρρευσαν και πολλά διακοσμητικά κατέληξαν στη λάσπη γύρω από το σκαρί.

Από το μαύρο ξύλο στην επιχείρηση ανέλκυσης
Ο Άντερς Φρανζέν, μηχανικός καυσίμων του σουηδικού ναυτικού και ερασιτέχνης ερευνητής ναυαγίων, αναζητούσε το Vasa μελετώντας αρχεία και εξετάζοντας τον βυθό. Στις 25 Αυγούστου 1956, το εργαλείο δειγματοληψίας του ανέσυρε μαύρο ξύλο βελανιδιάς. Οι καταδύσεις που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν την παρουσία του πολεμικού πλοίου.
Η θέση του δεν είχε σβήσει εντελώς από τη μνήμη: υπήρχαν παλαιότερες αναφορές, χάρτες και καταδύσεις. Η καθοριστική συμβολή του Φρανζέν ήταν ότι συνέδεσε τα στοιχεία και κινητοποίησε τους ανθρώπους και τους φορείς που μπορούσαν να οργανώσουν τη διάσωση.
Από το 1957 έως το 1959, δύτες άνοιξαν έξι σήραγγες κάτω από το κύτος και πέρασαν ισχυρά χαλύβδινα συρματόσχοινα. Με τη βοήθεια πλωτών μέσων, το πλοίο ανυψώθηκε σταδιακά και μεταφέρθηκε σε ρηχότερα νερά. Ακολούθησαν εργασίες στεγανοποίησης και ενίσχυσης, ώσπου στις 24 Απριλίου 1961 το σκαρί εμφανίστηκε ξανά στην επιφάνεια.
Τι αποκάλυψαν τα καταστρώματα και η λάσπη
Η ανασκαφή έφερε στο φως χιλιάδες αντικείμενα: υποδήματα, ρούχα, εργαλεία, νομίσματα, σκεύη και προσωπικά υπάρχοντα. Στο αμπάρι βρέθηκαν βαρέλια με οστά από παστό κρέας, ενώ στα καταστρώματα διατηρούνταν κιβώτια και βάσεις πυροβόλων. Τα ευρήματα προσφέρουν σπάνιες λεπτομέρειες για τη ζωή πάνω σε ένα πολεμικό πλοίο της εποχής.
Τα 64 κανόνια, πάντως, δεν περίμεναν όλα στη θέση τους. Τα 61 είχαν ανελκυστεί ήδη τον 17ο αιώνα, καθώς αποτελούσαν ιδιαίτερα πολύτιμο εξοπλισμό. Από τον αρχικό οπλισμό σώζονται τρία πυροβόλα.
Εντυπωσιακός ήταν και ο διάκοσμος, με περισσότερα από 700 γλυπτά και διακοσμητικά στοιχεία. Ρωμαίοι αυτοκράτορες, βιβλικοί ήρωες, λιοντάρια και μυθολογικές μορφές πρόβαλλαν την ισχύ του βασιλιά. Όταν το Vasa απέπλευσε, πολλές από αυτές τις επιφάνειες είχαν έντονα χρώματα και επιχρυσώσεις, πολύ διαφορετικά από τη σκοτεινή όψη που γνωρίζουμε.
Η διάσωση συνεχίστηκε και έξω από το νερό
Η ανέλκυση δεν εξασφάλιζε από μόνη της την επιβίωση του πλοίου. Αν το βρεγμένο ξύλο στέγνωνε χωρίς επεξεργασία, κινδύνευε να συρρικνωθεί και να εμφανίσει μεγάλες ρωγμές. Από το 1962 έως το 1979 εφαρμόστηκε ψεκασμός με πολυαιθυλενογλυκόλη, γνωστή ως PEG, ένα υλικό που βοηθά στη σταθεροποίηση του υδατοκορεσμένου ξύλου.
Ακολούθησε αργή ξήρανση και εκτεταμένη αποκατάσταση της κατασκευής. Η διατήρηση απαιτεί σταθερό κλίμα, έλεγχο της κατάστασης του ξύλου και κατάλληλη στήριξη του μεγάλου βάρους του. Η παρακολούθηση των παραμορφώσεων παραμένει μέρος αυτής της προσπάθειας.
Ένα αυθεντικό πλοίο με μια δεύτερη ζωή
Στο Μουσείο Vasa της Στοκχόλμης, ο επισκέπτης μπορεί να παρατηρήσει το πλοίο από διαφορετικά επίπεδα και να καταλάβει την κλίμακα της κατασκευής του. Σύμφωνα με το μουσείο, το 98% του Vasa είναι αυθεντικό. Τα ξύλινα τμήματα που προστέθηκαν για να συμπληρώσουν τα χαμένα μέρη διακρίνονται από το πιο ανοιχτό χρώμα τους.
Η αξία του βρίσκεται τόσο στο ίδιο το σκαρί όσο και στα ίχνη των ανθρώπων που ταξίδεψαν μαζί του. Το πλοίο που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την πρώτη του διαδρομή προσφέρει μια ασυνήθιστα κοντινή ματιά στον 17ο αιώνα. Και πίσω από την εντυπωσιακή του παρουσία βρίσκεται η επίμονη εργασία όσων το ανέλκυσαν, το μελέτησαν και συνεχίζουν να το φροντίζουν.












