Το καλοκαίρι του 1858, η δυσοσμία του Τάμεση έγινε τόσο έντονη ώστε έφτασε μέσα στο βρετανικό Κοινοβούλιο. Κουρτίνες μουσκεύτηκαν με απολυμαντικά και εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο να μεταφερθούν οι εργασίες του μακριά από το ποτάμι.
Το επεισόδιο έμεινε στην ιστορία ως Great Stink, η «Μεγάλη Δυσοσμία» του Λονδίνου. Πίσω από την αποκρουστική μυρωδιά βρισκόταν ένα πρόβλημα που μεγάλωνε επί δεκαετίες: μια τεράστια πόλη έριχνε τα απόβλητά της σε έναν ποταμό που αποτελούσε και πηγή νερού.
Πώς ο Τάμεσης μετατράπηκε σε ανοιχτό υπόνομο
Στα μέσα του 19ου αιώνα, το Λονδίνο είχε περισσότερους από 2,5 εκατομμύρια κατοίκους και ήταν η μεγαλύτερη πόλη του κόσμου. Η αύξηση του πληθυσμού είχε ξεπεράσει τις δυνατότητες των παλιών υποδομών διαχείρισης αποβλήτων.
Η απομάκρυνση των ακαθαρσιών βασιζόταν σε βόθρους, τοπικές αποχετεύσεις και εργάτες που άδειαζαν τα συσσωρευμένα απόβλητα. Μεγάλο μέρος τους κατέληγε στους δρόμους, σε μικρότερα ποτάμια και τελικά στον Τάμεση.
Στο ίδιο ποτάμι έφταναν απόβλητα εργοστασίων και σφαγείων. Ακόμη και η εξάπλωση των τουαλετών με καζανάκι επιβάρυνε την κατάσταση: απομάκρυνε τα λύματα από τα σπίτια, χωρίς να εξασφαλίζει την ασφαλή επεξεργασία τους.
Το ζεστό και ξηρό καλοκαίρι του 1858 έκανε το πρόβλημα αφόρητο. Η στάθμη του ποταμού υποχώρησε, αφήνοντας εκτεθειμένες όχθες γεμάτες ακαθαρσίες, ενώ η ζέστη ενίσχυσε τη δυσοσμία της αποσύνθεσης.
Οι περιγραφές της εποχής αναφέρουν μυρωδιά που μπορούσε να προκαλέσει ναυτία. Η εικόνα ενός ποταμού που «έβραζε» αποδίδει δραματικά την κατάσταση, αλλά δεν περιγράφει κυριολεκτικά αυτό που συνέβαινε.
Η δυσοσμία έφτασε στις αίθουσες του Κοινοβουλίου
Το Παλάτι του Ουέστμινστερ βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον Τάμεση. Η θέση του έκανε τη δυσοσμία άμεσο πρόβλημα για τους βουλευτές και το προσωπικό του Κοινοβουλίου.
Έγιναν προσπάθειες να περιοριστεί η μυρωδιά με απολυμαντικά διαλύματα σε κουρτίνες και υφάσματα στα παράθυρα. Τα μέτρα δεν έλυσαν το πρόβλημα και συζητήθηκε η μεταφορά των κοινοβουλευτικών εργασιών στην Οξφόρδη ή στο Σεντ Όλμπανς.
Η κρίση δυσχέρανε σοβαρά τη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, η αφήγηση ότι ολόκληρο το κράτος σταμάτησε να λειτουργεί υπερβαίνει όσα τεκμηριώνονται.
Η πολιτική αντίδραση ήταν γρήγορη. Το νομοσχέδιο που προώθησε ο Μπέντζαμιν Ντισραέλι για τη χρηματοδότηση του νέου αποχετευτικού συστήματος έγινε νόμος μέσα σε 18 ημέρες.
Η λύση, πάντως, δεν σχεδιάστηκε από το μηδέν εκείνο το καλοκαίρι. Προτάσεις για τη βελτίωση της αποχέτευσης υπήρχαν ήδη, αλλά η χρηματοδότηση καθυστερούσε· η δυσοσμία έδωσε την πίεση που χρειαζόταν για να προχωρήσουν.
Ο Joseph Bazalgette και το δίκτυο κάτω από την πόλη
Κεντρικό πρόσωπο στην υλοποίηση του έργου ήταν ο μηχανικός Joseph Bazalgette, επικεφαλής μηχανικός του Μητροπολιτικού Συμβουλίου Έργων. Μαζί με την ομάδα του οργάνωσε ένα σύστημα που θα συγκέντρωνε τα λύματα και θα τα μετέφερε ανατολικά, μακριά από το πυκνοκατοικημένο κέντρο.
Η βασική ιδέα ήταν να συνδεθούν οι επιμέρους αποχετεύσεις με μεγάλους αγωγούς. Έτσι, τα απόβλητα δεν θα χύνονταν πλέον σε πολυάριθμα σημεία του ποταμού μέσα στην πόλη.
Το πρόγραμμα περιλάμβανε περίπου 132 χιλιόμετρα νέων μεγάλων, πλινθόκτιστων υπονόμων και περίπου 1.770 χιλιόμετρα μικρότερων αποχετεύσεων κάτω από τους δρόμους. Αυτή η διάκριση εξηγεί γιατί οι συνοπτικές περιγραφές του έργου αναφέρουν συχνά διαφορετικά μήκη.

Χιλιάδες εργάτες συμμετείχαν στην κατασκευή, για την οποία χρησιμοποιήθηκαν περίπου 318 εκατομμύρια τούβλα. Αντλιοστάσια, όπως εκείνα στο Crossness και στο Abbey Mills, βοηθούσαν στη μεταφορά των λυμάτων.
Το δίκτυο εγκαινιάστηκε επίσημα το 1865, ενώ το συνολικό έργο ολοκληρώθηκε το 1875. Η αντιμετώπιση της κρίσης απαίτησε χρόνια εργασιών και μια μεγάλη συλλογική προσπάθεια.
Η μυρωδιά, η χολέρα και η έρευνα του John Snow
Για πολλούς Λονδρέζους, η δυσοσμία σήμαινε και φόβο αρρώστιας. Σύμφωνα με τη διαδεδομένη θεωρία του «μιάσματος», ο μολυσμένος αέρας θεωρούνταν υπεύθυνος για τη μετάδοση ασθενειών.
Ο γιατρός John Snow είχε ήδη αμφισβητήσει αυτή την εξήγηση για τη χολέρα. Το 1849 δημοσίευσε τη θεωρία ότι η ασθένεια συνδεόταν με μολυσμένο νερό, αλλά οι απόψεις του αντιμετωπίστηκαν με δυσπιστία.
Το 1854, μελετώντας μια επιδημία στο Σόχο, συνέδεσε πολλά κρούσματα με την αντλία νερού της Broad Street. Οι τοπικές αρχές αφαίρεσαν τη λαβή της, διακόπτοντας τη χρήση της.
Η χολέρα μεταδιδόταν μέσω νερού μολυσμένου από λύματα που περιείχαν το βακτήριο της νόσου. Η δυσάρεστη μυρωδιά δεν αποτελούσε από μόνη της τον μηχανισμό μετάδοσης.
Παρά τα ευρήματα του Snow, η αποδοχή αυτής της εξήγησης χρειάστηκε χρόνο. Το 1858, η επιθυμία να απομακρυνθεί ο «κακός αέρας» εξακολουθούσε να επηρεάζει την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Τι άλλαξε το έργο και ποια προβλήματα παρέμεναν
Το νέο σύστημα άλλαξε ριζικά τη διαχείριση των λυμάτων στο Λονδίνο. Περιλάμβανε επίσης αναχώματα κατά μήκος του Τάμεση, τα οποία έκρυβαν μεγάλους αγωγούς και πρόσφεραν προστασία από πλημμύρες.
Η αρχική λύση είχε, όμως, έναν σημαντικό περιορισμό: τα λύματα μεταφέρονταν χαμηλότερα στον Τάμεση και απορρίπτονταν εκεί. Δεν υποβάλλονταν στην επεξεργασία που συνδέουμε με ένα σύγχρονο αποχετευτικό σύστημα.
Η απομάκρυνσή τους από το κέντρο αποτέλεσε τεράστια αλλαγή, αλλά η προστασία ολόκληρου του ποταμού απαιτούσε περαιτέρω παρεμβάσεις. Η ιστορία της εξυγίανσης του Τάμεση συνεχίστηκε πολύ μετά τον Bazalgette.
Η Μεγάλη Δυσοσμία έμεινε στην ιστορία επειδή έκανε μια χρόνια κρίση αδύνατο να αγνοηθεί. Το πιο διαρκές αποτέλεσμά της ήταν το έργο που ακολούθησε: ένα οργανωμένο δίκτυο αποχέτευσης που μεταμόρφωσε την καθημερινότητα της πόλης.












