Η εικόνα ενός Εύζωνα να στέκεται ακίνητος μπροστά στο Προεδρικό Μέγαρο ή στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη είναι γνωστή σε όλους. Πίσω όμως από αυτή την απόλυτη ακινησία κρύβονται απαιτητική εκπαίδευση, πειθαρχία και πολλές ώρες προετοιμασίας.
Μια προσωπική μαρτυρία Ευζώνα περιγράφει με έντονα λόγια τη δική του εμπειρία: από τις εβδομάδες εκπαίδευσης και την αυστηρή εμφάνιση μέχρι τη στιγμή που φόρεσε τον ντουλαμά και στάθηκε στη φρουρά.
Η απαιτητική προετοιμασία πριν από τη φρουρά
Σήμερα οι Εύζωνες προέρχονται από εθελοντές οπλίτες του Πεζικού και, σύμφωνα με την Προεδρική Φρουρά, περνούν από ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία σωματικής και πνευματικής προετοιμασίας.
Στη συγκεκριμένη προσωπική αφήγηση, ο πρώην Εύζωνας θυμάται 45 ημέρες προετοιμασίας, κατά τις οποίες έπρεπε να μάθει να ελέγχει απόλυτα το σώμα, το βλέμμα και κάθε του κίνηση.
«45 μέρες προετοιμασίας. 45 μέρες να μην παίζει βλέμμα, να είσαι ακίνητος έως και 4 ώρες.
Ξύρισμα κόντρα 4 φορές την ημέρα, να μην υπάρχει χνούδι, μόνο αίμα να τρέχει στο ταλαιπωρημένο δέρμα.
Η αγωνία και το άγχος μεγάλο. Η μεγάλη στιγμή. Αυτό που για τόσο καιρό δεν είχες άποψη».
Οι λεπτομέρειες αυτές αποτελούν προσωπική περιγραφή της δικής του θητείας και δεν πρέπει να θεωρούνται κατ’ ανάγκη επίσημος κανονισμός που εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε Εύζωνα και σε κάθε περίοδο.
Η στιγμή που φορά τη στολή
Για τον ίδιο, μία από τις πιο έντονες στιγμές ήταν όταν φόρεσε τον ντουλαμά. Η χειμερινή στολή της Προεδρικής Φρουράς είναι ο σκούρος μπλε ντουλαμάς των Μακεδονομάχων, που φοριέται ως φόρος τιμής στους Μακεδονικούς Αγώνες. Το καλοκαίρι χρησιμοποιείται ο χακί ντουλαμάς, συνδεδεμένος με τους Βαλκανικούς Πολέμους.
«Και έρχεται η ώρα να βάλεις τον Ντουλαμά. Να χτενίσεις τη φούντα. Το τσαρούχι, που φορώντας το ένιωθες το κάθε καρφί να σε τρυπάει τα πόδια.
Ώσπου να έρθει η ώρα στο εποπτείο. Εκεί που πλέον το μόνο που άκουγες ήταν ο χτύπος της καρδιάς σου».
Τα τσαρούχια είναι από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ευζωνικής στολής. Ένα ζευγάρι μπορεί να ζυγίζει περίπου 2,5 έως 3 κιλά, ενώ κάθε τσαρούχι φέρει στη σόλα του πέταλο και, ανάλογα με το μέγεθος, έως 60 καρφιά.
Αυτά τα καρφιά είναι που παράγουν τον χαρακτηριστικό δυνατό ήχο κατά το ευζωνικό βάδισμα.
«Δεν πονάς και δεν νιώθεις κούραση»
Η αφήγηση συνεχίζεται με τη στιγμή της εξόδου για υπηρεσία:
Το παράγγελμα:
«Εφ’ όπλου, λόγχη. Προσοχή.
Επ’ ώμου, αρμ.»«Σπας το όπλο στον μελανιασμένο ώμο και καταλαβαίνεις ότι πλέον δεν πονάς.
Γιατί δεν είσαι εσύ, αλλά είσαι κάποιος άλλος.
Σπας τα πόδια σου στον τσαρουχόδρομο και δεν νιώθεις την κούραση.
Γιατί δεν είσαι εσύ, αλλά είσαι κάποιος άλλος».
Περιγράφει στη συνέχεια την πορεία στην Ηρώδου Αττικού και τον χαρακτηριστικό ήχο από τα τσαρούχια πριν φτάσει στο σημείο της φρουράς.
Η ακινησία έξω από το Προεδρικό Μέγαρο
Η Προεδρική Φρουρά έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων, την τιμητική φρούρηση του Προεδρικού Μεγάρου και τη διαρκή παρουσία στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.
Στο Μνημείο βρίσκεται αδιάλειπτα ζευγάρι Ευζώνων, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες, και η αλλαγή γίνεται κάθε ακέραιη ώρα.
«Ώσπου έρχεται η στιγμή να σταθείς ακίνητος έξω από το Προεδρικό Μέγαρο.
Το παράγγελμα:
Παρουσιάστε, αρμ.
Επ’ ώμου, αρμ.Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν ήσουν θνητός αλλά αθάνατος.
Τα μάτια ανοιχτά και το δάκρυ να τρέχει πάνω στον Ντουλαμά που περήφανα φοράς».
Ο ίδιος θυμάται ακόμη και τις μικρές στιγμές που έκαναν την απόλυτη ακινησία δυσκολότερη:
«Ο κόσμος περνάει και σε κοιτάει αλλά δεν αντιδράς. Σε μιλάνε, σε κοιτάζουν.
Το παιδάκι που νόμιζε ότι χάλασες και ότι σου τελείωσαν οι μπαταρίες, και εκεί πάει να σου ξεφύγει ένα γέλιο. Αλλά όχι. Το πνίγεις, όπως έμαθες τόσο καιρό να κάνεις».
Όταν ακούγονται ξανά τα τσαρούχια
Μετά από ώρα ακινησίας, ο ήχος από ένα νέο ζευγάρι Ευζώνων σημαίνει ότι πλησιάζει η αλλαγή.
«Ο συγχρονισμός με το ζευγάρι σου έχει πλέον τελειοποιηθεί και βρίσκεστε σε κάθε βήμα, ώσπου ακούς και άλλα τσαρούχια και καταλαβαίνεις ότι έρχεται η ώρα της λύτρωσης.
Δεν καταλαβαίνεις πώς πέρασε η ώρα ή αν είχε κρύο. Όλα γίνονται πολύ γρήγορα».
Και όταν επιστρέφει πλέον στο εποπτείο, ακούει τα τελευταία παραγγέλματα:
«Παρά πόδα, αρμ.
Εις θήκη, λόγχη, προσοχή.
Κλείνατε επί δεξιά.
Τους ζυγούς λύσατε, μαρς».
«Μια φορά Εύζων, για πάντα Εύζων»
Στο τέλος της αφήγησής του, ο Εύζωνας δεν στέκεται τόσο στον πόνο ή στην κούραση όσο στο συναίσθημα που του άφησε η εμπειρία.
«Και τότε καταλαβαίνεις την αξία των όσων έκανες. Γίνεσαι ξανά θνητός.
Το μόνο που σε πειράζει είναι ότι σε θαύμασαν τόσα άτομα, φωτογραφήθηκες με τόσα άγνωστα άτομα, αλλά δεν ήταν εκεί κάποιος δικός σου άνθρωπος να θαυμάσει όλα όσα ένιωσες και όλα όσα θα θυμάσαι για πάντα.
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΥΖΩΝ, ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΕΥΖΩΝ.»
Τάδε έφη Εύζων Δεκανέας S.G. 12.
Η προσωπική αυτή μαρτυρία αποτυπώνει με έντονο τρόπο το πώς βίωσε ένας Εύζωνας την προετοιμασία, τη στολή, τη σωματική καταπόνηση και, πάνω απ’ όλα, τη στιγμή που στάθηκε στη θέση που είχε προετοιμαστεί επί εβδομάδες να υπηρετήσει.












