Η πρώτη επιστημονική τεκμηρίωση της ανάβασης
Ένα ψάρι μήκους λίγων εκατοστών ανεβαίνει στα βράχια ενός καταρράκτη ύψους περίπου 15 μέτρων στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Πρόκειται για το Parakneria thysi, ένα είδος που οι ερευνητές κατέγραψαν να σκαρφαλώνει κατά χιλιάδες στους καταρράκτες Luvilombo.
Η ανάβαση αναφερόταν προφορικά εδώ και δεκαετίες, όμως η επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2026 παρουσίασε φωτογραφίες και βίντεο ως τεκμήρια της συμπεριφοράς. Οι παρατηρήσεις της συγκεκριμένης μελέτης έγιναν σε διαφορετικές αποστολές, μεταξύ άλλων το 2018 και το 2020.
Πώς κρατιέται στα βρεγμένα βράχια
Τα ψάρια που ανεβαίνουν τον καταρράκτη έχουν μήκος περίπου 3,7 έως 4,8 εκατοστά. Κινούνται στην «ζώνη ψεκασμού»: την πλευρά του βράχου που μένει υγρή από τα νερά, χωρίς να καλύπτεται από τον κύριο όγκο της ροής.
Για να κρατηθούν στην επιφάνεια, στηρίζονται κυρίως στα θωρακικά πτερύγια, με βοήθεια από τα κοιλιακά. Στην κάτω πλευρά τους υπάρχουν μικρά μαξιλαράκια με πολύ λεπτές προεξοχές, που μοιάζουν με γαντζάκια και βοηθούν το ψάρι να πιάνει στον βράχο. Παράλληλα, κινεί το πίσω μέρος του σώματός του από τη μία πλευρά στην άλλη για να προωθηθεί προς τα πάνω.

Γιατί η διαδρομή μπορεί να κρατήσει σχεδόν δέκα ώρες
Η ανάβαση δεν γίνεται με μία συνεχή κίνηση. Τα ψάρια σταματούν για λίγο πάνω στον βράχο και, όταν φτάνουν σε οριζόντιες προεξοχές, μπορεί να ξεκουραστούν για πολύ περισσότερο. Εκεί συγκεντρώνονται πολλά μαζί πριν συνεχίσουν.
Με βάση την ταχύτητα κίνησης και τις στάσεις που παρατήρησαν, οι ερευνητές υπολόγισαν ότι ένα ψάρι θα χρειαζόταν περίπου 9 ώρες και 45 λεπτά για να φτάσει στην κορυφή. Από αυτόν τον χρόνο, περίπου 15 λεπτά αντιστοιχούν στην ενεργή ανάβαση και περίπου 30 λεπτά σε σύντομες παύσεις· το μεγαλύτερο μέρος της εκτίμησης αφορά εννέα μεγάλες στάσεις, περίπου μίας ώρας η καθεμία. Πρόκειται για υπολογισμό της μελέτης και όχι για μέτρηση ολόκληρης της διαδρομής ενός ψαριού.
Πότε ανεβαίνουν και τι μπορεί να αναζητούν
Η ανάβαση παρατηρείται στο τέλος της περιόδου των βροχών και στην αρχή της ξηρής περιόδου, συνήθως τον Απρίλιο και τον Μάιο. Οι ερευνητές κατέγραψαν περισσότερα ψάρια προς το τέλος της ημέρας, ενώ οι παρατηρήσεις του 2020 έδειξαν κορύφωση της κίνησης περίπου στα μέσα Απριλίου.
Ο ακριβής λόγος που ανεβαίνουν δεν έχει επιβεβαιωθεί. Οι ερευνητές θεωρούν πιθανό ότι κάποια παρασύρθηκαν προς τα κάτω από τις μεγάλες βροχές και προσπαθούν να επιστρέψουν σε περιοχές με κατάλληλα ορμητικά νερά. Εξετάζουν επίσης το ενδεχόμενο να αναζητούν λιγότερο ανταγωνισμό για τροφή ή να αποφεύγουν θηρευτές που βρίσκονται χαμηλότερα στο ποτάμι.
Οι πιέσεις στο ποτάμι και στο περιβάλλον του
Η μελέτη καταγράφει και ανθρώπινες πιέσεις στην περιοχή. Την περίοδο της μετακίνησης, ψάρια που συγκεντρώνονται κοντά στον καταρράκτη μπορεί να αλιευτούν με πολύ ψιλά δίχτυα. Επιπλέον, η εκτροπή νερού για άρδευση μπορεί, ιδιαίτερα σε χρονιές με λίγες βροχές, να αφήσει τμήμα του ποταμού κάτω από τον καταρράκτη χωρίς νερό.
Οι συγγραφείς ζητούν μεγαλύτερη προσοχή στην προστασία του ποταμού και της υδρόβιας ζωής του. Η μελέτη περιγράφει συγκεκριμένες απειλές για το οικοσύστημα, αλλά δεν τεκμηριώνει ότι το είδος οδεύει προς εξαφάνιση.












