Ρίτα Σακελλαρίου: Από τη φτώχεια και τον πόνο στην κορυφή του λαϊκού τραγουδιού – Η ζωή που έγινε τραγούδι και η επιθυμία που δεν πρόλαβε να εκπληρώσει

Η ζωή της Ρίτας Σακελλαρίου δεν ήταν ένα παραμύθι. Ήταν ένας δρόμος γεμάτος πέτρες, απώλειες, αγώνα και αμέτρητες δοκιμασίες. Κι όμως, μέσα από αυτόν τον δύσκολο δρόμο γεννήθηκε μία από τις πιο αυθεντικές λαϊκές φωνές που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα.
Γεννημένη στις 22 Νοεμβρίου 1934 στη Σητεία της Κρήτης, η Ρίτα έμαθε από μικρή τι σημαίνει να παλεύεις για να επιβιώσεις. Ο θάνατος του πατέρα της στον εμφύλιο πόλεμο άφησε βαθύ αποτύπωμα στην οικογένεια. Τα παιδικά της χρόνια δεν είχαν την ανεμελιά που γνωρίζουν τα περισσότερα παιδιά. Η ανάγκη την ανάγκασε να μεγαλώσει απότομα.
Σε ηλικία μόλις 14 ετών παντρεύτηκε. Ήταν μια εποχή διαφορετική, σκληρή, όπου οι επιλογές για πολλά κορίτσια ήταν περιορισμένες. Από αυτόν τον γάμο απέκτησε δύο παιδιά, όμως η ζωή συνέχισε να τη δοκιμάζει.
Όταν χώρισε, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σκληρή πραγματικότητα. Δούλεψε όπου μπορούσε. Στα Λιπάσματα, στου Παπαστράτου, ακόμη και στη χωματερή. Δεν υπήρχε δουλειά που να θεωρεί ντροπή. Η επιβίωση των παιδιών της ήταν πάνω απ’ όλα.
Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί πως η γυναίκα που πάλευε καθημερινά για το μεροκάματο θα γινόταν λίγα χρόνια αργότερα σύμβολο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Σ
Η αρχή έγινε σχεδόν τυχαία.
Τραγουδούσε στο σπίτι της όταν δύο άντρες που έκαναν καντάδα στις γειτονιές άκουσαν τη φωνή της. Σταμάτησαν. Εντυπωσιάστηκαν. Κάτι ιδιαίτερο έκρυβε εκείνη η φωνή.
Της πρότειναν να εμφανιστεί σε μια ταβέρνα στο Πέραμα.
Η Ρίτα δέχτηκε.
Με ένα δανεικό φόρεμα και κρυφά από τη μητέρα της, πέρασε για πρώτη φορά την πόρτα ενός νυχτερινού μαγαζιού ως τραγουδίστρια. Εκείνο το βράδυ δεν άλλαξε μόνο η δική της ζωή. Άλλαξε και η ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Λίγο αργότερα την ανακάλυψε ο στιχουργός Στέλιος Χρυσίνης. Της έδωσε τα πρώτα της τραγούδια και άνοιξε τον δρόμο για μια καριέρα που έμελλε να αφήσει εποχή.
Ακολούθησαν συνεργασίες με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Γιάννη Παπαϊωάννου. Για οκτώ ολόκληρα χρόνια στάθηκε δίπλα σε μεγάλους δημιουργούς, μαθαίνοντας τα μυστικά του λαϊκού πενταγράμμου.
Και ύστερα ήρθε το τραγούδι που έμελλε να γίνει θρύλος.
«Ιστορία μου, αμαρτία μου».
Ένα τραγούδι που δεν ήταν απλώς επιτυχία. Ήταν εξομολόγηση. Ήταν ζωή. Ήταν η ίδια η Ρίτα.

Η φωνή της δεν έμοιαζε με καμία άλλη.
Δεν τραγουδούσε μόνο τις λέξεις. Τις ζούσε.
Ο κόσμος αναγνώριζε στα τραγούδια της τις δικές του αγωνίες, τους έρωτες, τις προδοσίες, τα όνειρα που χάθηκαν και τις ελπίδες που επέμεναν να ανθίζουν.
Γι’ αυτό και την αγάπησε.
Γι’ αυτό και τα τραγούδια της συνεχίζουν να ακούγονται μέχρι σήμερα.
Δεν ήταν η τέλεια σταρ. Δεν προσποιήθηκε ποτέ κάτι που δεν ήταν. Παρέμεινε λαϊκή, αυθεντική και αληθινή.
Αυτή ακριβώς η αυθεντικότητα ήταν που έκανε ακόμη και τους πιο ισχυρούς ανθρώπους της εποχής να τη θαυμάζουν.
Ανάμεσά τους και ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Η σχέση τους ήταν γνωστή σε όλους.
Η Ρίτα τον εκτιμούσε βαθιά και εκείνος λάτρευε τη φωνή της. Κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου Ανδρέα βρισκόταν στην Εκάλη για να τραγουδήσει στα θρυλικά γλέντια που έχουν μείνει στην ιστορία.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες εκείνης της εποχής δείχνει τον Ανδρέα Παπανδρέου να χορεύει υπό τους ήχους της.
Μια εικόνα που συμβολίζει μια ολόκληρη εποχή.
Η καριέρα της βρισκόταν στο απόγειο.
Τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής περνούσαν από τα νυχτερινά κέντρα όπου εμφανιζόταν. Ωνάσης, Άντονι Κουίν, Μελίνα Μερκούρη και πολλοί άλλοι είχαν βρεθεί στα τραπέζια για να ακούσουν από κοντά τη γυναίκα που είχε καταφέρει να μετατρέψει τον πόνο της σε τραγούδι.
Κι όμως, πίσω από τα φώτα, η Ρίτα παρέμενε η ίδια γυναίκα που είχε γνωρίσει τη φτώχεια.
Μια μάνα που ξυπνούσε νωρίς για να φροντίσει το σπίτι της.
Μια γυναίκα που δεν άφησε ποτέ τη δόξα να αλλοιώσει τον χαρακτήρα της.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν δύσκολα.
Ο καρκίνος εμφανίστηκε ξαφνικά και έδωσε τη μεγαλύτερη μάχη που είχε ποτέ μπροστά της. Παρά τις χημειοθεραπείες και τις αφόρητες δυσκολίες, δεν εγκατέλειψε εύκολα.
Συνέχισε να ονειρεύεται.
Συνέχισε να τραγουδά.
Συνέχισε να αγαπά τη ζωή.
Υπήρχε όμως ένα όνειρο που δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει.
Λίγο πριν φύγει από τη ζωή είχε εκφράσει την επιθυμία να αγοράσει το σπίτι όπου γεννήθηκε στο Χαμέζι της Σητείας. Ήθελε να επιστρέψει εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα.
Η μοίρα είχε διαφορετικά σχέδια.
Στις 6 Αυγούστου 1999 η Ρίτα Σακελλαρίου άφησε την τελευταία της πνοή, αφήνοντας πίσω της τραγούδια, ιστορίες και αναμνήσεις που παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα.
Γιατί ορισμένες φωνές δεν σβήνουν ποτέ.
Γίνονται κομμάτι της συλλογικής μνήμης ενός λαού.
Και η φωνή της Ρίτας Σακελλαρίου είναι μία από αυτές.












