Η Ρίτα Σακελλαρίου υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες λαϊκές φωνές της εποχής της. Πριν όμως φτάσει στις μεγάλες πίστες και στις επιτυχίες που εξακολουθούν να ακούγονται μέχρι σήμερα, είχε περάσει δύσκολα παιδικά και νεανικά χρόνια.
Από το Χαμέζι της Σητείας και τις εργατικές συνοικίες του Πειραιά μέχρι το Πέραμα και τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα, η ζωή της ήταν στενά δεμένη με τη δουλειά, την οικογένεια και το τραγούδι.

Τα δύσκολα χρόνια πριν από το τραγούδι
Η Μαργαρίτα, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, Σακελλαρίου γεννήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1934 στο Χαμέζι, κοντά στη Σητεία της Κρήτης. Μεγάλωσε όμως κυρίως στον Πειραιά, σε χρόνια δύσκολα για την οικογένειά της.
Έχασε τον πατέρα της στον Εμφύλιο και αναγκάστηκε να γνωρίσει από πολύ μικρή τη βιοπάλη. Παντρεύτηκε πολύ νέα και από τον πρώτο της γάμο απέκτησε παιδιά. Όταν ο γάμος τελείωσε, χρειάστηκε να εργαστεί σκληρά για να στηρίξει την οικογένειά της.
Πηγές για τη ζωή της αναφέρουν ότι εργάστηκε σε εργοστάσια και σε άλλες απαιτητικές δουλειές της εποχής. Το τραγούδι δεν ήταν ακόμη επάγγελμα, αλλά η φωνή της δεν άργησε να την οδηγήσει σε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.
Η πρώτη εμφάνιση στο Πέραμα
Η αρχή της καριέρας της τοποθετείται γύρω στο 1959. Σύμφωνα με όσα είχε αφηγηθεί αργότερα ο γιος της, Τάκης Θέμελης, δύο άντρες που έκαναν καντάδα την άκουσαν να τραγουδά και της πρότειναν να εμφανιστεί σε μια ταβέρνα στο Πέραμα.
Η Ρίτα πήγε με δανεικό φόρεμα και χωρίς να το γνωρίζει αρχικά η μητέρα της. Η εμφάνιση εκείνη αποτέλεσε ένα από τα πρώτα βήματα μιας πορείας που σύντομα άρχισε να αποκτά επαγγελματική μορφή.

Ο Στέλιος Χρυσίνης ήταν από τους ανθρώπους που ξεχώρισαν τη φωνή της και της εμπιστεύτηκαν τραγούδια. Ακολούθησαν συνεργασίες με σημαντικά ονόματα του λαϊκού τραγουδιού, μεταξύ των οποίων ο Γιάννης Παπαϊωάννου και ο Βασίλης Τσιτσάνης.
Το «Ιστορία μου, αμαρτία μου»
Η μεγάλη καταξίωση ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το τραγούδι «Ιστορία μου, αμαρτία μου», σε μουσική του Γιώργου Μανισαλή και στίχους του Κώστα Ψυχογιού, συνδέθηκε όσο λίγα με τη φωνή της.
Το τραγούδι έγινε μεγάλη επιτυχία και βοήθησε τη Ρίτα Σακελλαρίου να καθιερωθεί ως πρώτο όνομα στα νυχτερινά κέντρα. Ακολούθησαν πολλές ακόμη επιτυχίες, όπως τα «Αυτός ο άνθρωπος, αυτός», «Αν κάνω άτακτη ζωή», «Κάθε ηλιοβασίλεμα» και «Μια ζωή πληρώνω».

Η χαρακτηριστική φωνή και ο άμεσος τρόπος ερμηνείας της την έκαναν ιδιαίτερα αγαπητή στο κοινό. Δεν τραγουδούσε με απόσταση από όσα έλεγε το τραγούδι· ο τρόπος που ερμήνευε έδινε την αίσθηση προσωπικής εξομολόγησης.
Οι μεγάλες πίστες και ο Ανδρέας Παπανδρέου
Η Σακελλαρίου εμφανίστηκε στα σημαντικότερα νυχτερινά κέντρα της εποχής και απέκτησε κοινό από διαφορετικούς χώρους της κοινωνικής και καλλιτεχνικής ζωής.
Ανάμεσα στους γνωστούς θαυμαστές της ήταν και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Σύμφωνα με τον γιο της, Τάκη Θέμελη, η Ρίτα τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και πήγαινε στη γιορτή του Αγίου Ανδρέα στην Εκάλη, όπου τραγουδούσε στις συγκεντρώσεις που πραγματοποιούνταν εκεί.

Έχουν μείνει γνωστές και φωτογραφίες του Ανδρέα Παπανδρέου να χορεύει ενώ εκείνη τραγουδά, εικόνες που συνδέθηκαν με τη νυχτερινή ζωή μιας ολόκληρης εποχής.
Παρέμεινε κοντά στην οικογένειά της
Παρά τη μεγάλη επιτυχία, άνθρωποι του στενού της περιβάλλοντος τη θυμούνται ως μια γυναίκα που έδινε μεγάλη σημασία στο σπίτι και στην οικογένειά της.
Ο γιος της έχει περιγράψει μια μητέρα προστατευτική, που ακόμη και μετά τα νυχτερινά ξενύχτια φρόντιζε την καθημερινότητα του σπιτιού της. Η δημόσια εικόνα της τραγουδίστριας συνυπήρχε με μια πολύ πιο απλή ιδιωτική ζωή.

Η τελευταία περίοδος της ζωής της
Το 1998 η Ρίτα Σακελλαρίου διαγνώστηκε με καρκίνο και ακολούθησε θεραπεία. Παρά την επιδείνωση της υγείας της, προσπάθησε να συνεχίσει να τραγουδά και στις αρχές του 1999 ταξίδεψε στην Αυστραλία για προγραμματισμένες εμφανίσεις.
Η κατάσταση της υγείας της όμως επιδεινώθηκε και η περιοδεία διακόπηκε. Επέστρεψε στην Ελλάδα και λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 6 Αυγούστου 1999, έφυγε από τη ζωή.
Η επιθυμία που δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει
Λίγο πριν από τον θάνατό της, η σκέψη της είχε επιστρέψει στον τόπο όπου γεννήθηκε.
Όπως αποκάλυψε χρόνια αργότερα ο γιος της, Τάκης Θέμελης, η Ρίτα αγαπούσε ιδιαίτερα την Κρήτη και το Χαμέζι και είχε ζητήσει να πάνε ξανά εκεί μαζί.
Είχε επίσης εκφράσει την επιθυμία να αγοράσει το σπίτι στο οποίο είχε γεννηθεί. Ήταν ένα σχέδιο που δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει.
Το σπίτι στο Χαμέζι παρέμεινε έτσι συνδεδεμένο με τις πρώτες σελίδες μιας ζωής που στη συνέχεια την οδήγησε στις μεγαλύτερες λαϊκές πίστες της χώρας.
Μια φωνή που έμεινε στο λαϊκό τραγούδι
Περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό της, τραγούδια όπως το «Ιστορία μου, αμαρτία μου» εξακολουθούν να ακούγονται και να επανερμηνεύονται από νεότερους καλλιτέχνες.
Η Ρίτα Σακελλαρίου άφησε πίσω της μια μεγάλη δισκογραφική πορεία και μια φωνή που συνδέθηκε με μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Από τα δύσκολα χρόνια της νεότητάς της μέχρι τις μεγάλες πίστες, η πορεία της ήταν γεμάτη αλλαγές. Και η τελευταία επιθυμία της να επιστρέψει στο σπίτι όπου γεννήθηκε μοιάζει να κλείνει συμβολικά τον κύκλο μιας ζωής που ξεκίνησε στο Χαμέζι και έφτασε να γίνει γνωστή σε ολόκληρη την Ελλάδα.












