Υπάρχει μια φράση που κάθε φορά που τη διαβάζω νιώθω πως μέσα σε λίγες μόνο λέξεις κρύβει ένα ολόκληρο μάθημα ζωής: «Μορφωμένος δεν είναι αυτός που έχει πολλά πτυχία. Μορφωμένος είναι εκείνος που θα μιλήσει στη σερβιτόρα με την ίδια ευγένεια που θα μιλούσε στον διευθυντή του».
Και αν με ρωτάς, αυτή η φράση θα έπρεπε να βρίσκεται κρεμασμένη σε κάθε σπίτι, σε κάθε σχολείο, σε κάθε χώρο εργασίας. Γιατί η πραγματική παιδεία δεν φαίνεται όταν μιλάμε σε ανθρώπους που μπορούν να μας ωφελήσουν. Φαίνεται όταν φερόμαστε με σεβασμό σε εκείνους από τους οποίους δεν περιμένουμε τίποτα.
Κάθε φορά που κάθομαι σε μια καφετέρια ή σε ένα εστιατόριο, παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου. Άλλοι χαμογελούν στον σερβιτόρο, τον ευχαριστούν και του μιλούν σαν να είναι ίσος τους. Άλλοι, πάλι, αλλάζουν ξαφνικά ύφος. Γίνονται απότομοι, απαιτητικοί, λες και ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί τους δεν είναι εργαζόμενος αλλά προσωπικός τους υπηρέτης.
Κι όμως, πίσω από κάθε δίσκο γεμάτο καφέδες, πίσω από κάθε παραγγελία που φτάνει στο τραπέζι μας, υπάρχει ένας άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που κουβαλά τις δικές του αγωνίες, τις δικές του υποχρεώσεις, τις δικές του δυσκολίες. Ένας άνθρωπος που μπορεί να μην κοιμήθηκε καλά το προηγούμενο βράδυ. Που ίσως αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Που μπορεί να πέρασε έναν χωρισμό, να έχει άρρωστο κάποιον δικό του ή απλώς να διανύει μια δύσκολη περίοδο της ζωής του.
Κι όμως, παρά όλα αυτά, φορά το χαμόγελό του και βγαίνει να εξυπηρετήσει δεκάδες ή και εκατοντάδες ανθρώπους μέσα στη μέρα.
Αυτό από μόνο του αξίζει σεβασμό.
Οι περισσότεροι βλέπουμε μόνο τον καφέ που αργεί πέντε λεπτά παραπάνω. Δεν βλέπουμε τα δεκάδες τραπέζια που προσπαθεί να εξυπηρετήσει ταυτόχρονα ο εργαζόμενος. Δεν βλέπουμε τα χιλιόμετρα που διανύει καθημερινά μέσα σε έναν χώρο. Δεν βλέπουμε την κούραση που κρύβεται πίσω από το χαμόγελο.
Βλέπουμε μόνο τον εαυτό μας.
Κάπου εκεί χάνεται η ουσία.
Γιατί η ευγένεια δεν κοστίζει τίποτα. Ένα «καλημέρα», ένα «ευχαριστώ», ένα «σε παρακαλώ» δεν χρειάζονται χρήματα. Χρειάζονται μόνο χαρακτήρα.
Κι όμως, πολλές φορές συμπεριφερόμαστε λες και ο άνθρωπος που μας εξυπηρετεί οφείλει να ανέχεται τα πάντα. Λες και η δουλειά του είναι να απορροφά τη δική μας κακή διάθεση. Λες και επειδή πληρώνουμε έναν καφέ αποκτούμε το δικαίωμα να υψώνουμε τον τόνο της φωνής μας ή να μιλάμε προσβλητικά.
Ιδιαίτερα τις γιορτινές περιόδους, όταν τα καταστήματα γεμίζουν κόσμο και η πίεση χτυπά κόκκινο, οι απαιτήσεις πολλών πελατών μοιάζουν να ξεπερνούν κάθε λογική. Ο ένας θέλει τον καφέ του ακριβώς όπως τον φτιάχνει στο σπίτι του. Ο άλλος θυμώνει επειδή περίμενε λίγα λεπτά παραπάνω. Κάποιος τρίτος πιστεύει πως η παραγγελία του πρέπει να εξυπηρετηθεί πριν από όλες τις υπόλοιπες.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται η γνωστή φράση:
«Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο».
Μια φράση που έχει παρερμηνευθεί όσο λίγες.
Γιατί όχι. Ο πελάτης δεν έχει πάντα δίκιο. Ούτε ο εργαζόμενος έχει πάντα δίκιο. Δίκιο έχει όποιος αντιμετωπίζει την κατάσταση με λογική, επιχειρήματα και σεβασμό.
Η διαφορά είναι πως ο εργαζόμενος συχνά δεν έχει την πολυτέλεια να απαντήσει. Πρέπει να καταπιεί τον εκνευρισμό του. Να μετρήσει μέχρι το δέκα. Να χαμογελάσει και να συνεχίσει.
Αυτό απαιτεί δύναμη.
Μεγαλύτερη δύναμη από όση φανταζόμαστε.
Για σκέψου για μια στιγμή να πρέπει να εξυπηρετήσεις με χαμόγελο έναν άνθρωπο που σου μιλά υποτιμητικά. Να πρέπει να παραμείνεις ευγενικός ενώ μέσα σου βράζεις. Να συνεχίσεις να κάνεις σωστά τη δουλειά σου ενώ η συμπεριφορά που δέχεσαι σε πληγώνει.
Δεν είναι εύκολο.
Κι όμως, χιλιάδες εργαζόμενοι το κάνουν καθημερινά.
Γι’ αυτό και αξίζουν περισσότερη κατανόηση.
Αξίζουν να θυμόμαστε ότι δεν είναι μηχανές. Δεν είναι κουμπιά που πατάμε για να εκτελέσουν εντολές. Είναι άνθρωποι που εργάζονται σκληρά για να κερδίσουν το μεροκάματό τους.
Και πολλές φορές οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν μόνο εύκολες δεν είναι.
Ατελείωτα ωράρια. Ορθοστασία. Πίεση. Χαμηλοί μισθοί. Ελλιπές προσωπικό. Κι από πάνω η ανασφάλεια πως αν διαμαρτυρηθούν, κάποιος άλλος περιμένει να πάρει τη θέση τους.
Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τη φράση:
«Αν δεν σου αρέσει, φύγε. Υπάρχουν κι άλλοι που περιμένουν να δουλέψουν».
Μια φράση που συχνά χρησιμοποιείται σαν δικαιολογία για να θεωρείται φυσιολογική η εκμετάλλευση.
Όμως η ανάγκη για εργασία δεν σημαίνει ότι κάποιος χάνει την αξιοπρέπειά του.
Κανένα επάγγελμα δεν είναι κατώτερο από κάποιο άλλο.
Η κοπέλα που σου φέρνει τον καφέ, ο νεαρός που τρέχει από τραπέζι σε τραπέζι, ο μπουφετζής που ετοιμάζει δεκάδες παραγγελίες ταυτόχρονα, αξίζουν τον ίδιο σεβασμό που αξίζει ένας γιατρός, ένας δικηγόρος ή ένας διευθυντής εταιρείας.
Η αξία ενός ανθρώπου δεν μετριέται από τη θέση του ούτε από τον τίτλο που γράφει η επαγγελματική του κάρτα.
Μετριέται από τον χαρακτήρα του.
Και αν θέλουμε να μιλάμε για πολιτισμό, ας ξεκινήσουμε από τα απλά. Από τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους που μας εξυπηρετούν. Από τον τρόπο που μιλάμε στον ταμία, στη σερβιτόρα, στον διανομέα, στον υπάλληλο πίσω από τον πάγκο.
Γιατί εκεί φαίνεται πραγματικά ποιοι είμαστε.
Όχι όταν μας παρακολουθούν οι ανώτεροί μας. Όχι όταν έχουμε κάτι να κερδίσουμε.
Αλλά όταν απέναντί μας βρίσκεται ένας άνθρωπος που απλώς κάνει τη δουλειά του.
Και γι’ αυτό αξίζει ένα μεγάλο μπράβο σε όλα εκείνα τα παιδιά που δουλεύουν στην εστίαση. Σε όλους εκείνους που αντέχουν την πίεση, την κούραση και συχνά την αδικία χωρίς να χάνουν το χαμόγελό τους.
Γιατί η δουλειά τους δεν είναι εύκολη.
Και γιατί ο σεβασμός δεν είναι προνόμιο. Είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου.












