Ένας ορειβάτης προσπαθούσε να ολοκληρώσει μια δύσκολη ανάβαση μέσα σε έντονη χιονόπτωση. Παρότι οι συνθήκες γίνονταν όλο και χειρότερες, δεν ήθελε να επιστρέψει και συνέχισε να ανεβαίνει.
Κάποια στιγμή έχασε την ισορροπία του και άρχισε να πέφτει στην απότομη πλαγιά. Μέσα στο χιόνι και την αγωνία, ένα σχοινί σταμάτησε ξαφνικά την πτώση του. Ο ορειβάτης πιάστηκε πάνω του και πίστεψε ότι αυτό ήταν το μοναδικό πράγμα που τον κρατούσε στη ζωή.
Κρεμασμένος μέσα στη χιονοθύελλα
Γύρω του δεν μπορούσε να δει σχεδόν τίποτα. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και το σκοτάδι δεν του επέτρεπε να καταλάβει πόσο ψηλά βρισκόταν ή τι υπήρχε κάτω από τα πόδια του.
Φώναξε για βοήθεια, αλλά κανείς δεν απάντησε. Ήξερε ότι μέσα στη χιονοθύελλα ήταν σχεδόν αδύνατο να τον εντοπίσει κάποιος. Παράλληλα το κρύο γινόταν όλο και πιο έντονο και ο χρόνος περνούσε.
Προσπάθησε να σκεφτεί έναν τρόπο να σκαρφαλώσει ξανά προς τα πάνω, όμως σύντομα κατάλαβε ότι δεν μπορούσε. Το μόνο πράγμα που του έδινε μια αίσθηση ασφάλειας ήταν το σχοινί.
Η φωνή που του έλεγε να αφεθεί
Τότε, σύμφωνα με την παραβολή, άκουσε μέσα του μια φωνή να του λέει να λυθεί και να αφήσει το σχοινί.
Η σκέψη τού φάνηκε παράλογη. Αν άφηνε αυτό που τον κρατούσε, πίστευε ότι θα έπεφτε στο κενό. Έτσι αντί να αφεθεί, δέθηκε ακόμη πιο σφιχτά.
Η εσωτερική σύγκρουση συνεχίστηκε για ώρες. Από τη μία υπήρχε η παρόρμηση να αφήσει το σχοινί και από την άλλη ο φόβος ότι χωρίς αυτό θα σκοτωνόταν.
Τελικά επέλεξε να κρατηθεί.
Το επόμενο πρωί
Η ιστορία λέει ότι την επόμενη ημέρα μια ομάδα διάσωσης εντόπισε τον ορειβάτη σχεδόν παγωμένο, ακόμη δεμένο στο σχοινί.
Το παράδοξο ήταν ότι βρισκόταν σε απόσταση μικρότερη από ένα μέτρο από το έδαφος.
Αυτό που πίστευε ότι ήταν η μοναδική του σωτηρία είχε τελικά γίνει ο λόγος που παρέμενε εκτεθειμένος στο κρύο. Αν είχε αφήσει το σχοινί, σύμφωνα με την ιστορία, θα είχε απλώς πέσει στο έδαφος από πολύ μικρό ύψος.
Όταν αυτό που μας έσωσε γίνεται αυτό που μας κρατά πίσω
Η δύναμη αυτής της παραβολής δεν βρίσκεται στην ορειβασία. Βρίσκεται σε αυτό που συμβολίζει το σχοινί.
Στη ζωή μας υπάρχουν άνθρωποι, σχέσεις, δουλειές, συνήθειες, ιδέες και καταστάσεις που κάποτε μπορεί πραγματικά να μας βοήθησαν. Επειδή όμως κάποτε μας πρόσφεραν ασφάλεια, συχνά πιστεύουμε ότι πρέπει να παραμείνουμε δεμένοι μαζί τους για πάντα.
Κι όμως, οι συνθήκες αλλάζουν. Αυτό που κάποτε ήταν προστασία μπορεί αργότερα να γίνει περιορισμός.
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να αφήσουμε το γνώριμο;
Το γνώριμο δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας ακόμη κι όταν δεν μας κάνει πλέον καλό. Ξέρουμε τι να περιμένουμε και αυτό πολλές φορές μοιάζει λιγότερο τρομακτικό από το άγνωστο.
Έτσι μένουμε σε καταστάσεις που έχουν ολοκληρώσει τον κύκλο τους, επειδή φοβόμαστε τι θα συμβεί αν τις αφήσουμε. Κρατιόμαστε πιο δυνατά, όπως ο ορειβάτης κρατιόταν από το σχοινί, χωρίς να γνωρίζουμε πόσο κοντά μπορεί να βρίσκεται το «έδαφος».
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείπουμε ανθρώπους ή καταστάσεις με την πρώτη δυσκολία. Το νόημα είναι διαφορετικό: να μπορούμε κάποια στιγμή να αναρωτηθούμε αν αυτό που κρατάμε εξακολουθεί πραγματικά να μας προστατεύει ή αν το κρατάμε μόνο επειδή φοβόμαστε να το αφήσουμε.
Μερικές φορές χρειάζεται περισσότερο θάρρος για να αφήσεις
Έχουμε μάθει να θεωρούμε την επιμονή αρετή. Και πολλές φορές είναι. Υπάρχουν όμως στιγμές που η δύναμη δεν βρίσκεται στο να κρατηθούμε περισσότερο, αλλά στο να αναγνωρίσουμε ότι κάτι έχει τελειώσει.
Μια σχέση που δεν υπάρχει πια όπως παλιά. Μια συνήθεια που δεν μας εξυπηρετεί. Μια δουλειά, ένας φόβος ή μια ιδέα για το πώς «πρέπει» να είναι η ζωή μας.
Το δύσκολο δεν είναι πάντα να αντέξεις. Μερικές φορές το δύσκολο είναι να εμπιστευτείς ότι μπορεί να υπάρχει κάτι κάτω από τα πόδια σου ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή δεν μπορείς να το δεις.
Αυτό είναι και το μήνυμα της ιστορίας που αποδίδεται στον Χόρχε Μπουκάι: κάποιες φορές η ζωή δεν απαιτεί να κρατηθούμε πιο δυνατά. Απαιτεί να καταλάβουμε πότε ήρθε η ώρα να αφήσουμε το σχοινί.












