Η Σοφία Κουτσούκου είχε σπουδάσει γλωσσολογία, μιλούσε τρεις ξένες γλώσσες και είχε δοκιμάσει διαφορετικές δουλειές. Εκείνο όμως που πραγματικά ήθελε από μικρή ήταν να βρίσκεται πίσω από το τιμόνι ενός μεγάλου φορτηγού.
Σε συνέντευξή της στη «Δημοκρατική της Ρόδου» τον Φεβρουάριο του 2018, η μητέρα δύο κοριτσιών μίλησε για την απόφασή της να γίνει επαγγελματίας οδηγός, τις αντιδράσεις που συνάντησε και την καθημερινότητα πίσω από το τιμόνι μιας νταλίκας μήκους 16 μέτρων.
«Αυτό το μικρόβιο ή το έχεις ή δεν το έχεις»
Η σχέση της Σοφίας με τα φορτηγά είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν αποκτήσει το επαγγελματικό της δίπλωμα. Ο πατέρας της εργαζόταν στον ίδιο χώρο και όταν ήταν παιδί την έπαιρνε μαζί του στα ταξίδια.
«Το είχα από μικρή, μου άρεσε αυτή η δουλειά και αποφάσισα να το κάνω επάγγελμα. Δύσκολο μεν, αλλά όταν υπάρχει θέληση όλα γίνονται», είχε εξηγήσει.
Παρότι σπούδασε διαφορετικό αντικείμενο, τελικά επέστρεψε σε αυτό που την τραβούσε από παιδί.
«Εγώ έχω σπουδάσει γλωσσολόγος. Εργάστηκα ως πωλήτρια, έκανα κι άλλες δουλειές και τελικά κατέληξα στο τιμόνι».
Το 2010 αποφάσισε να αποκτήσει τα επαγγελματικά διπλώματα που χρειαζόταν. Όπως είχε αναφέρει, διέθετε άδειες για φορτηγό, λεωφορείο και επικαθήμενο.

Από το τριαξονικό στη νταλίκα των 16 μέτρων
Πριν περάσει στη νταλίκα, είχε ήδη αποκτήσει εμπειρία οδηγώντας τριαξονικό φορτηγό. Η μετάβαση σε ένα όχημα 16 μέτρων, όπως παραδεχόταν, δεν ήταν εύκολη.
Θυμόταν χαρακτηριστικά την πρώτη φορά που οδήγησε μεγάλο φορτηγό μέσα στην πόλη: «Έτρεμαν τα πόδια μου». Δίπλα της βρισκόταν τότε ο άνθρωπος που την είχε εμπιστευτεί επαγγελματικά και της είχε δώσει την πρώτη ευκαιρία.
Εξίσου έντονη ήταν και η πρώτη εμπειρία της με νταλίκα. Επέστρεφε από το Γεννάδι ενώ έβρεχε και η άδεια καρότσα πίσω της παρουσίαζε μεγαλύτερες κινήσεις και θόρυβο απ’ ό,τι περίμενε.
Με τον χρόνο όμως απέκτησε την εμπειρία και την αυτοπεποίθηση που απαιτεί ένα τόσο μεγάλο όχημα.
Πώς είναι μια ημέρα πίσω από το τιμόνι;
Στη συνέντευξη του 2018 περιέγραφε μια καθημερινότητα χωρίς σταθερό ωράριο. Η ημέρα μπορούσε να αρχίσει τα χαράματα και να τελειώσει αργά το βράδυ.
Ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς γινόταν στο λιμάνι της Ρόδου. Εκεί οι οδηγοί έπρεπε να μπουν στα πλοία, να συνδέσουν τις καρότσες, να τις μεταφέρουν έξω από το πλοίο, να τις αποσυνδέσουν και στη συνέχεια να παραλάβουν το φορτίο που αντιστοιχούσε στον καθένα.
Η ίδια ανέφερε ότι αυτή η διαδικασία μπορούσε να επαναληφθεί πολλές φορές μέσα στην ίδια ημέρα, ενώ ένα όχημα μπορούσε να φτάσει μέχρι και τους 40 τόνους μικτού βάρους.
Η προσοχή στον δρόμο έπρεπε να είναι συνεχής. Καθρέφτες, φώτα, φλας, κατάσταση φορτίου και συμπεριφορά των άλλων οδηγών αποτελούσαν μέρος μιας δουλειάς στην οποία, όπως έλεγε, «πρέπει να έχεις μάτια παντού».
Οι πρώτες αντιδράσεις όταν ανακοίνωσε την απόφασή της
Όταν είπε στους ανθρώπους γύρω της ότι ήθελε να γίνει επαγγελματίας οδηγός φορτηγού, οι αντιδράσεις δεν ήταν όλες θετικές.
Οι φίλες της αρχικά την πείραξαν, οι γονείς της αναρωτήθηκαν γιατί ήθελε να μπει σε έναν τόσο απαιτητικό χώρο, ενώ ο σύζυγός της ήταν επιφυλακτικός όταν του ανακοίνωσε ότι θα αποκτούσε τα επαγγελματικά διπλώματα.
«Εγώ όμως πίστεψα στον εαυτό μου και στις δυνατότητές μου και να που οδηγώ νταλίκα».
Ιδιαίτερα σημαντική, σύμφωνα με την ίδια, ήταν η στήριξη της οικογένειάς της. Η δουλειά δεν είχε σταθερό ωράριο και η βοήθεια του συζύγου και των γονιών της ήταν απαραίτητη για τη φροντίδα των δύο παιδιών.
Πώς την αντιμετώπισαν οι άνδρες συνάδελφοί της;
Ο κλάδος των επαγγελματικών μεταφορών ήταν και παραμένει ένας χώρος στον οποίο οι άνδρες αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα των οδηγών. Όταν ξεκίνησε, η Σοφία θυμόταν ότι υπήρχε αρχικά αμφισβήτηση για το αν θα άντεχε στις απαιτήσεις του επαγγέλματος.
«Πολλοί θεώρησαν ότι μερικές μέρες μόνο θα αντέξω και μετά θα τα παρατήσω», είχε πει.
Με τον χρόνο, όμως, η εικόνα άλλαξε. Οι συνάδελφοί της τη γνώρισαν μέσα από τη δουλειά και, σύμφωνα με την ίδια, τη βοηθούσαν όποτε υπήρχε ανάγκη.
Δεν υποστήριζε ότι μπορούσε να κάνει τα πάντα χωρίς βοήθεια. Αναγνώριζε ότι ορισμένες εργασίες απαιτούν μεγάλη σωματική δύναμη και όταν δυσκολευόταν ζητούσε τη συνδρομή συναδέλφων της.
«Στα υπόλοιπα θεωρώ ότι δεν υστερώ. Αν κάπου ζοριστώ, ζητάω τη βοήθειά τους».
Οι τουρίστες που τη φωτογράφιζαν στον δρόμο
Μία από τις πιο ασυνήθιστες πλευρές της καθημερινότητάς της ήταν η αντίδραση του κόσμου όταν την έβλεπε πίσω από το τιμόνι.
Ιδιαίτερα κατά την τουριστική περίοδο στη Ρόδο, όπως είχε περιγράψει, αρκετοί επισκέπτες τη φωτογράφιζαν ή τη χαιρετούσαν όταν τη συναντούσαν στον δρόμο.
Σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, τέσσερις νεαροί κατέβηκαν από αυτοκίνητο σε φανάρι στα Κοσκινού και υποκλίθηκαν μπροστά στο φορτηγό της.
Η ίδια, πάντως, δεν αντιμετώπιζε τον εαυτό της σαν αξιοθέατο:
«Εγώ απλώς κάνω τη δουλειά μου».
Οι δυσκολίες στον δρόμο
Η οδήγηση ενός βαρέος οχήματος δεν περιορίζεται στο να γνωρίζει κανείς να χειρίζεται τη νταλίκα. Μια μηχανική βλάβη μακριά από την πόλη, ένα πρόβλημα στο φορτίο ή οι συνθήκες του δρόμου μπορούν να μετατρέψουν μια συνηθισμένη διαδρομή σε δύσκολη κατάσταση.
Η Σοφία θυμόταν ότι είχε μείνει κάποτε από το πρωί μέχρι το βράδυ στον δρόμο περιμένοντας μηχανικό. Άλλη δυσκολία ήταν όταν χαλάρωνε το φορτίο και έπρεπε να βρεθεί ασφαλές σημείο για να σταματήσει και να το ασφαλίσει ξανά.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούσαν και οι καλοκαιρινοί δρόμοι της Ρόδου, λόγω της αυξημένης κυκλοφορίας και των πολλών ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων, δικύκλων και τετράτροχων οχημάτων.
Το επάγγελμα που είχε φανταστεί από παιδί
Όταν ήταν μικρή, δεν είχε γύρω της κάποια γυναίκα οδηγό φορτηγού την οποία να βλέπει ως πρότυπο. Είχε όμως τις εικόνες από τη δουλειά του πατέρα της και την αγάπη της για την οδήγηση.
«Πάντα ονειρευόμουν να είμαι έξω, να μην χρειαστεί να κλειστώ σε έναν χώρο. Το τιμόνι το αγαπούσα από μικρή», είχε εξηγήσει.
Αυτό ήταν τελικά και το βασικό μήνυμα της ιστορίας της. Δεν επέλεξε το επάγγελμα για να αποδείξει ότι μια γυναίκα μπορεί να οδηγήσει νταλίκα, αλλά επειδή ήταν η δουλειά που πραγματικά ήθελε να κάνει.
Όταν μάλιστα ρωτήθηκε πώς θα αντιδρούσε αν κάποια από τις κόρες της ήθελε στο μέλλον να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, η απάντησή της ήταν απλή:
«Μακάρι να την έκαναν, μόνο όμως αν πραγματικά αγαπούν το επάγγελμα. Μόνο όταν αγαπάς το επάγγελμά σου, οποιοδήποτε επάγγελμα, το κάνεις καλά και είσαι καλά κι εσύ».
Ένα από τα όνειρα που είχε εκφράσει τότε ήταν να πραγματοποιήσει κάποτε ένα μεγάλο ταξίδι με τη νταλίκα στην Ευρώπη. Μέχρι εκείνη την περίοδο, η μεγαλύτερη επαγγελματική διαδρομή της με φορτηγό είχε φτάσει μέχρι την Πελοπόννησο.












