Ένας έντονος καβγάς ανάμεσα στους γονείς μπορεί να τελειώσει μέσα σε λίγα λεπτά. Για ένα παιδί, όμως, η ανησυχία μπορεί να συνεχιστεί πολύ περισσότερο. Ακόμη κι αν δεν καταλαβαίνει τον λόγο της διαφωνίας, αντιλαμβάνεται τις φωνές, τον θυμό και την ένταση στο σπίτι.
Οι διαφωνίες είναι μέρος κάθε σχέσης και δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι ένα παιδί θα πληγωθεί. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι πόσο συχνά συμβαίνουν, πόσο έντονες γίνονται και πώς τις διαχειρίζονται οι ενήλικες. Υπάρχουν, μάλιστα, πράγματα που οι γονείς μπορούν να κάνουν για να προστατεύσουν τα παιδιά τους, ακόμη και όταν έχουν ήδη τσακωθεί μπροστά τους.
Τι αισθάνεται ένα παιδί όταν οι γονείς του τσακώνονται;
Τα παιδιά έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι το σπίτι τους είναι ένα ασφαλές και σταθερό περιβάλλον. Όταν οι γονείς φωνάζουν, ανταλλάσσουν προσβολές ή σταματούν να μιλούν μεταξύ τους για μεγάλο διάστημα, αυτή η αίσθηση ασφάλειας μπορεί να κλονιστεί.
Ένα μικρό παιδί μπορεί να φοβηθεί χωρίς να καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει. Ένα μεγαλύτερο μπορεί να ανησυχήσει ότι οι γονείς του θα χωρίσουν ή να προσπαθήσει να βρει ποιος έχει δίκιο. Ορισμένα παιδιά φτάνουν ακόμη και να πιστεύουν ότι εκείνα ευθύνονται για τον καβγά.
Η αντίδραση δεν είναι ίδια σε όλα τα παιδιά. Παίζουν ρόλο η ηλικία, ο χαρακτήρας, οι προηγούμενες εμπειρίες και η γενικότερη σχέση που έχουν με τους γονείς τους.

Πώς μπορούν οι συνεχείς καβγάδες να επηρεάσουν την ψυχολογία τους;
Οι επιστημονικές έρευνες έχουν συνδέσει τις συχνές και έντονες συγκρούσεις ανάμεσα στους γονείς με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης άγχους, συναισθηματικών δυσκολιών και προβλημάτων συμπεριφοράς στα παιδιά. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνέπειες είναι αναπόφευκτες ή ότι κάθε οικογενειακή διαφωνία προκαλεί ψυχικό τραύμα.
Όταν η ένταση γίνεται μέρος της καθημερινότητας, ορισμένα παιδιά μπορεί να βρίσκονται διαρκώς σε επιφυλακή. Να παρακολουθούν τη διάθεση των γονιών τους, να φοβούνται μήπως ξεκινήσει νέος καβγάς ή να δυσκολεύονται να χαλαρώσουν ακόμη και όταν επικρατεί ησυχία.
Αυτή η ανασφάλεια μπορεί να εμφανιστεί με διαφορετικούς τρόπους. Κάποια παιδιά γίνονται πιο ευερέθιστα ή αποσύρονται από τις δραστηριότητές τους. Άλλα παρουσιάζουν δυσκολίες στον ύπνο, στη συγκέντρωση ή στις σχέσεις με συνομηλίκους.
Οι αντιδράσεις αυτές δεν οφείλονται απαραίτητα στους καβγάδες, καθώς μπορεί να υπάρχουν και άλλες αιτίες. Όταν όμως επιμένουν, χρειάζονται προσοχή.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι πάντα η ίδια η διαφωνία
Δύο γονείς μπορούν να διαφωνήσουν μπροστά στο παιδί τους χωρίς να του δημιουργήσουν απαραίτητα ανασφάλεια. Μια συζήτηση στην οποία εκφράζουν διαφορετικές απόψεις, ακούν ο ένας τον άλλον και καταλήγουν σε μια λύση μπορεί να αποτελέσει ένα θετικό παράδειγμα.
Αντίθετα, οι προσβολές, οι απειλές, οι συνεχείς φωνές και η περιφρόνηση αυξάνουν τον κίνδυνο να βιώσει το παιδί τη σύγκρουση ως κάτι απειλητικό. Ακόμη και η παρατεταμένη εχθρική σιωπή μπορεί να προκαλέσει ανησυχία.
Σημασία έχει επίσης τι συμβαίνει μετά. Αν το παιδί βλέπει μόνο τον θυμό και ποτέ τη συμφιλίωση ή την ήρεμη επίλυση, μπορεί να δυσκολεύεται να καταλάβει ότι μια διαφωνία δεν σημαίνει απαραίτητα το τέλος μιας σχέσης.
Μελέτες δείχνουν ότι οι συγκρούσεις που αντιμετωπίζονται με σεβασμό και συνεργασία συνδέονται με καλύτερη συναισθηματική ασφάλεια και δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων στα παιδιά.
Τι να κάνετε αν τσακωθήκατε μπροστά στο παιδί σας
Αν έχει ήδη συμβεί ένας έντονος καβγάς, δεν χρειάζεται να προσποιηθείτε ότι δεν έγινε τίποτα. Η αντίδρασή σας στη συνέχεια μπορεί να βοηθήσει το παιδί να αισθανθεί ξανά ασφαλές.
- Σταματήστε τη συζήτηση όταν ξεφεύγει. Αν αρχίσουν οι φωνές ή οι προσβολές, είναι προτιμότερο να κάνετε μια παύση και να συνεχίσετε αργότερα, όταν θα είστε πιο ήρεμοι. Δεν χρειάζεται να εκθέτετε το παιδί σε έναν καβγά που κλιμακώνεται.
- Μιλήστε στο παιδί με απλά λόγια. Αναγνωρίστε ότι μπορεί να τρόμαξε ή να στενοχωρήθηκε. Μπορείτε να του πείτε: «Πριν φωνάξαμε και καταλαβαίνω ότι μπορεί να σε αναστάτωσε. Δεν ήταν σωστός ο τρόπος που μιλήσαμε».
- Ξεκαθαρίστε ότι δεν φταίει εκείνο. Πείτε του ότι οι διαφωνίες των ενηλίκων δεν είναι δική του ευθύνη και ότι δεν χρειάζεται να τις λύσει. Η διαβεβαίωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν ο καβγάς αφορά ζητήματα που σχετίζονται με το παιδί.
- Δείξτε πώς διορθώνεται μια άσχημη συμπεριφορά. Αν έχετε μιλήσει απότομα ή έχετε προσβάλει τον άλλο γονέα, μια ειλικρινής συγγνώμη και μια ήρεμη συζήτηση μπορούν να δείξουν στο παιδί έναν καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης των διαφωνιών. Δεν χρειάζεται να μάθει τις προσωπικές λεπτομέρειες του καβγά.
- Ακούστε όσα έχει να σας πει. Ρωτήστε το πώς αισθάνθηκε, χωρίς να το πιέσετε να απαντήσει. Μην υποτιμάτε τον φόβο του και μην απαιτείτε να ξεχάσει αμέσως αυτό που συνέβη.
Αν η διαφωνία δεν έχει ακόμη λυθεί, δεν χρειάζεται να ισχυριστείτε το αντίθετο. Μπορείτε να εξηγήσετε ότι οι ενήλικες εξακολουθούν να προσπαθούν να βρουν μια λύση και ότι είναι δική τους ευθύνη να το κάνουν.
Ποια σημάδια δείχνουν ότι το παιδί χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη;
Μερικές φορές ένα παιδί εκφράζει ανοιχτά την ανησυχία του. Άλλες φορές μπορεί να δείχνει ότι κάτι το απασχολεί μέσα από τη συμπεριφορά του.
Ενδείξεις που αξίζει να προσέξετε είναι οι συχνές δυσκολίες στον ύπνο, οι έντονοι φόβοι, η απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά, η απομόνωση, η δυσκολία συγκέντρωσης και η επίμονη ανησυχία για τη σχέση των γονιών του.
Στα μικρότερα παιδιά μπορεί να παρατηρηθεί μεγαλύτερη ανάγκη να βρίσκονται κοντά στους γονείς τους ή επιστροφή σε συμπεριφορές που είχαν ήδη ξεπεράσει. Στους εφήβους η δυσφορία μπορεί να εκδηλώνεται με θυμό, απομάκρυνση ή αλλαγές στις καθημερινές τους συνήθειες.
Κανένα από αυτά τα σημάδια δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι ευθύνονται οι οικογενειακοί καβγάδες. Αν όμως επιμένουν ή επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητα του παιδιού, είναι χρήσιμο να απευθυνθείτε σε παιδίατρο ή ειδικό ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων.
Πότε οι συγκρούσεις χρειάζονται βοήθεια από ειδικό;
Όταν οι καβγάδες επαναλαμβάνονται συχνά, δεν οδηγούν σε λύση και δημιουργούν μόνιμη ένταση στο σπίτι, η υποστήριξη από ειδικό μπορεί να βοηθήσει. Η συμβουλευτική γονέων ή η οικογενειακή θεραπεία μπορεί να προσφέρει τρόπους καλύτερης επικοινωνίας και διαχείρισης των συγκρούσεων.
Χρειάζεται όμως να γίνει μια σημαντική διάκριση. Αν υπάρχουν απειλές, εκφοβισμός, έλεγχος ή σωματική βία, δεν πρόκειται απλώς για μια συνηθισμένη διαφωνία. Σε αυτές τις περιπτώσεις προτεραιότητα έχει η ασφάλεια του παιδιού και του ανθρώπου που κινδυνεύει, με κατάλληλη εξειδικευμένη υποστήριξη. Η θεραπεία ζεύγους δεν αποτελεί αυτομάτως ασφαλή επιλογή όταν υπάρχει κακοποίηση.
Το πιο σημαντικό που μπορούν να προσφέρουν οι γονείς δεν είναι ένα σπίτι στο οποίο δεν ακούγεται ποτέ καμία διαφωνία. Είναι ένα περιβάλλον όπου το παιδί αισθάνεται προστατευμένο, δεν φορτώνεται τις ευθύνες των ενηλίκων και βλέπει ότι ακόμη και οι δύσκολες στιγμές μπορούν να αντιμετωπιστούν με σεβασμό.
Γιατί τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από όσα τους λέμε. Μαθαίνουν και από τον τρόπο που φερόμαστε όταν τα πράγματα δυσκολεύουν.
Πηγές:












