Αν νομίζατε ότι οι πιο τολμηρές αποστολές του James Bond υπάρχουν μόνο στον κινηματογράφο, η ιστορία του Project Azorian ίσως σας κάνει να αλλάξετε γνώμη. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η CIA σχεδίασε μια από τις πιο φιλόδοξες μυστικές επιχειρήσεις της ιστορίας της: να ανασύρει ένα σοβιετικό υποβρύχιο από βάθος περίπου 5.000 μέτρων στον Ειρηνικό Ωκεανό, χωρίς να το αντιληφθεί η Σοβιετική Ένωση.
Για να πετύχει τον στόχο της, κατασκεύασε ένα γιγάντιο πλοίο, χρησιμοποίησε τον δισεκατομμυριούχο Howard Hughes ως κάλυψη και δημιούργησε μια τεράστια μηχανική δαγκάνα που θα σήκωνε το ναυάγιο από τον βυθό. Το σχέδιο ήταν τόσο παράτολμο, ώστε ακόμη και οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην κατασκευή του δεν γνώριζαν όλοι τον πραγματικό σκοπό του. Και όταν έφτασε η κρίσιμη στιγμή, κάτι πήγε τρομερά στραβά.
Το σοβιετικό υποβρύχιο K-129 που εξαφανίστηκε στον Ειρηνικό
Η ιστορία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1968, όταν το σοβιετικό υποβρύχιο K-129, κλάσης Golf II, εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια μιας περιπολίας στον Ειρηνικό Ωκεανό. Το σκάφος είχε αναχωρήσει από τη χερσόνησο Καμτσάτκα της Σοβιετικής Ένωσης και μετέφερε τρεις βαλλιστικούς πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές.
Όταν το υποβρύχιο σταμάτησε να επικοινωνεί με τη βάση του, οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν εκτεταμένες έρευνες. Παρά τις προσπάθειές τους, δεν κατάφεραν να εντοπίσουν το ναυάγιο και τελικά εγκατέλειψαν την αναζήτηση. Το K-129 είχε χαθεί μαζί με το πλήρωμά του, ενώ οι ακριβείς συνθήκες της βύθισης παρέμειναν αδιευκρίνιστες.
Αυτό που δεν γνώριζαν οι Σοβιετικοί ήταν ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν καταγράψει ακουστικά στοιχεία που βοήθησαν στον προσδιορισμό της περιοχής της βύθισης. Με τη βοήθεια του ειδικά εξοπλισμένου αμερικανικού υποβρυχίου USS Halibut, οι ΗΠΑ κατάφεραν να εντοπίσουν και να φωτογραφίσουν το ναυάγιο.
Το K-129 βρισκόταν σε βάθος περίπου 5.000 μέτρων, βορειοδυτικά της Χαβάης. Για τους περισσότερους, η ανάσυρσή του από μια τόσο μεγάλη απόσταση κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας θα έμοιαζε σχεδόν αδύνατη. Για τη CIA, όμως, αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία.
Γιατί η CIA ήθελε να αποκτήσει το σοβιετικό υποβρύχιο
Το K-129 δεν ήταν ένα συνηθισμένο ναυάγιο. Στο εσωτερικό του υπήρχαν στρατιωτικά συστήματα που θα μπορούσαν να προσφέρουν στις ΗΠΑ πολύτιμες πληροφορίες για τις δυνατότητες της Σοβιετικής Ένωσης.
Οι Αμερικανοί ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τους πυρηνικούς πυραύλους, τις συσκευές κρυπτογράφησης, τα βιβλία κωδικών και τα συστήματα επικοινωνίας του υποβρυχίου. Η μελέτη αυτού του εξοπλισμού θα μπορούσε να αποκαλύψει τεχνολογικά μυστικά και να βοηθήσει τις αμερικανικές υπηρεσίες να κατανοήσουν καλύτερα τις σοβιετικές στρατιωτικές δυνατότητες.
Το πρόβλημα ήταν το τεράστιο βάθος. Την εποχή εκείνη, η ανάσυρση ενός τόσο μεγάλου αντικειμένου από τον ωκεάνιο πυθμένα ξεπερνούσε τις συνηθισμένες τεχνικές δυνατότητες. Επιπλέον, οποιαδήποτε εμφανής αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στην περιοχή θα μπορούσε να προκαλέσει την αντίδραση της Μόσχας.
Η CIA αποφάσισε λοιπόν να επιχειρήσει κάτι πρωτοφανές: να αναπτύξει έναν ειδικό μηχανισμό ανάσυρσης και να πραγματοποιήσει ολόκληρη την αποστολή κάτω από μια πειστική εμπορική κάλυψη. Το σχέδιο πήρε την κωδική ονομασία Project Azorian.
Ο Howard Hughes και το μεγαλύτερο τέχνασμα της επιχείρησης
Για να κρύψει την πραγματική αποστολή, η CIA στράφηκε στον Howard Hughes, έναν από τους πιο γνωστούς και πλούσιους επιχειρηματίες της εποχής. Ο Hughes συμφώνησε να συνδεθεί το όνομά του με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εξερεύνησης και εξόρυξης ορυκτών από τον βαθύ ωκεάνιο πυθμένα.
Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία, ο επιχειρηματίας κατασκεύαζε ένα προηγμένο πλοίο για τη συλλογή οζιδίων μαγγανίου, δηλαδή μεταλλικών σχηματισμών που βρίσκονται σε μεγάλα θαλάσσια βάθη. Αυτή η εξήγηση ήταν αρκετά πειστική, καθώς ο Hughes ήταν ήδη γνωστός για τις ασυνήθιστες και τεχνολογικά φιλόδοξες επενδύσεις του.
Το πλοίο ονομάστηκε Hughes Glomar Explorer. Εξωτερικά έμοιαζε με ένα τεράστιο ερευνητικό και εξορυκτικό σκάφος, αλλά ο πραγματικός του εξοπλισμός είχε σχεδιαστεί για κάτι πολύ πιο μυστικό: την ανάσυρση ενός σοβιετικού υποβρυχίου.
Η παραπλάνηση ήταν ουσιαστικό μέρος της αποστολής. Όσο ο κόσμος πίστευε ότι το πλοίο αναζητούσε ορυκτά, η CIA μπορούσε να προετοιμάζει μια από τις πιο παράτολμες επιχειρήσεις κατασκοπείας του Ψυχρού Πολέμου.
Το Hughes Glomar Explorer και η γιγάντια δαγκάνα Clementine
Το Hughes Glomar Explorer δεν ήταν ένα συνηθισμένο πλοίο. Κατασκευάστηκε με ειδικά συστήματα που του επέτρεπαν να διατηρεί τη θέση του πάνω από ένα συγκεκριμένο σημείο του ωκεανού, παρά τα κύματα, τους ανέμους και τα θαλάσσια ρεύματα.
Στο εσωτερικό του υπήρχε ένα μεγάλο άνοιγμα, γνωστό ως moon pool, μέσα από το οποίο μπορούσε να κατέβει στον βυθό ένας τεράστιος μηχανισμός συγκράτησης. Το άνοιγμα επέτρεπε επίσης να μεταφερθεί το ανασυρόμενο αντικείμενο στο εσωτερικό του πλοίου, μακριά από τα βλέμματα άλλων σκαφών και αεροσκαφών.
Το σημαντικότερο εξάρτημα ήταν μια γιγάντια μηχανική δαγκάνα, γνωστή με το παρατσούκλι Clementine. Ο μηχανισμός σχεδιάστηκε για να αγκαλιάσει το κύτος του υποβρυχίου και να το σηκώσει από τον πυθμένα με τη βοήθεια ενός ισχυρού υδραυλικού συστήματος.
Η διαδικασία ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Οι μηχανικοί έπρεπε να κατεβάσουν τη δαγκάνα προσθέτοντας διαδοχικά μεγάλα τμήματα χαλύβδινων σωλήνων. Στη συνέχεια θα έπρεπε να αντιστρέψουν την ίδια διαδικασία, σηκώνοντας αργά το τεράστιο φορτίο προς την επιφάνεια.
Και όλα αυτά έπρεπε να γίνουν χωρίς να αποκαλυφθεί ο πραγματικός σκοπός της αποστολής.
Η επιχείρηση του 1974 που παραλίγο να πετύχει το αδύνατο
Στις 4 Ιουλίου 1974, το Hughes Glomar Explorer έφτασε στην περιοχή όπου βρισκόταν το ναυάγιο του K-129. Η αποστολή πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες απόλυτης μυστικότητας, ενώ σε διάφορες φάσεις της κοντά στο πλοίο εμφανίστηκαν και σοβιετικά σκάφη που ενδιαφέρονταν για τις δραστηριότητές του.
Το πλήρωμα ξεκίνησε να κατεβάζει τον μηχανισμό Clementine προς τον βυθό. Η επιχείρηση απαιτούσε εξαιρετική ακρίβεια, καθώς η δαγκάνα έπρεπε να τοποθετηθεί σωστά γύρω από το κατεστραμμένο υποβρύχιο, σε ένα περιβάλλον με τεράστια πίεση και σχεδόν απόλυτο σκοτάδι.
Τελικά, ο μηχανισμός κατάφερε να συγκρατήσει το τμήμα του K-129 που είχε επιλεγεί για ανάσυρση. Η άνοδος άρχισε αργά, καθώς οι σωλήνες αφαιρούνταν ένας ένας και το βαρύ φορτίο πλησίαζε την επιφάνεια.
Για μια στιγμή, όλα έδειχναν ότι το απίθανο σχέδιο μπορούσε να ολοκληρωθεί. Όμως, ενώ το υποβρύχιο είχε ήδη αρχίσει να ανεβαίνει από τον πυθμένα, συνέβη η μηχανική αστοχία που άλλαξε την εξέλιξη ολόκληρης της αποστολής.
Η στιγμή που το σοβιετικό υποβρύχιο έπεσε ξανά στον βυθό
Κατά τη διάρκεια της ανάσυρσης, τμήματα του μηχανισμού συγκράτησης παρουσίασαν αστοχία. Το υποβρύχιο έσπασε και ένα μεγάλο μέρος του αποκολλήθηκε, πέφτοντας ξανά στα βάθη του Ειρηνικού.
Για τους ανθρώπους που είχαν αφιερώσει χρόνια στον σχεδιασμό της επιχείρησης, ήταν ένα εξαιρετικά απογοητευτικό αποτέλεσμα. Μαζί με το χαμένο τμήμα εκτιμάται ότι χάθηκε και μεγάλο μέρος του εξοπλισμού που η CIA ήλπιζε να εξετάσει.
Παρά το πρόβλημα, η αποστολή δεν εγκαταλείφθηκε. Το πλήρωμα συνέχισε την ανάσυρση του τμήματος που είχε παραμείνει στη δαγκάνα και κατάφερε να το μεταφέρει στο εσωτερικό του Hughes Glomar Explorer.
Έτσι, η CIA δεν πέτυχε την πλήρη ανάκτηση που σχεδίαζε, αλλά κατόρθωσε να ανεβάσει από βάθος περίπου πέντε χιλιομέτρων ένα τμήμα σοβιετικού στρατιωτικού υποβρυχίου. Ήταν ένα εξαιρετικό τεχνολογικό επίτευγμα για την εποχή.
Τι βρέθηκε μέσα στο τμήμα του K-129 που ανασύρθηκε
Η CIA δεν έχει αποκαλύψει δημόσια όλες τις λεπτομέρειες για τα αντικείμενα και τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν από την επιχείρηση. Αυτό έχει δημιουργήσει διαφορετικές εκτιμήσεις σχετικά με το πραγματικό αποτέλεσμα του Project Azorian.
Ένα από τα επιβεβαιωμένα ευρήματα ήταν οι σοροί έξι Σοβιετικών ναυτών. Οι Αμερικανοί πραγματοποίησαν στρατιωτική τελετή ταφής στη θάλασσα, η οποία καταγράφηκε σε βίντεο.
Το 1992, ο τότε διευθυντής της CIA Robert Gates παρέδωσε στον Ρώσο πρόεδρο Boris Yeltsin την κινηματογραφημένη καταγραφή της τελετής. Ήταν μια συμβολική κίνηση, πολλά χρόνια μετά την ολοκλήρωση της αποστολής και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Ιστορικές αναφορές και ρωσικές εκτιμήσεις κάνουν επίσης λόγο για ανάκτηση πυρηνικών τορπιλών και άλλου στρατιωτικού υλικού. Ωστόσο, επειδή μέρος των αποτελεσμάτων παραμένει απόρρητο, δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί πλήρως ο κατάλογος των ευρημάτων.
Το βέβαιο είναι ότι η CIA δεν κατάφερε να αποκτήσει το σύνολο των πληροφοριών που αρχικά επιδίωκε. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια έχει χαρακτηρίσει το Project Azorian μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις πληροφοριών της εποχής του.

Πώς μια διάρρηξη αποκάλυψε ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά της CIA
Η CIA σχεδίαζε να επιστρέψει στην περιοχή για να ανασύρει και το υπόλοιπο τμήμα του υποβρυχίου. Όμως η μυστικότητα της επιχείρησης είχε αρχίσει να καταρρέει εξαιτίας ενός γεγονότος που δεν συνδεόταν άμεσα με τη θάλασσα.
Τον Ιούνιο του 1974, άγνωστοι διέρρηξαν γραφεία εταιρείας του Howard Hughes στο Λος Άντζελες και έκλεψαν έγγραφα. Ανάμεσά τους υπήρχε υλικό που μπορούσε να αποκαλύψει τη σύνδεση του επιχειρηματία με τη CIA και το Hughes Glomar Explorer.
Στην προσπάθειά της να ανακτήσει τα έγγραφα, η CIA ζήτησε τη βοήθεια του FBI και της αστυνομίας του Λος Άντζελες. Οι έρευνες άρχισαν να προκαλούν ενδιαφέρον και σταδιακά οι δημοσιογράφοι έφτασαν κοντά στην πραγματική ιστορία.
Στις 7 Φεβρουαρίου 1975, η Los Angeles Times δημοσίευσε πληροφορίες που συνέδεαν την επιχείρηση με τη CIA. Στις 18 Μαρτίου 1975, ο δημοσιογράφος Jack Anderson αποκάλυψε περισσότερες λεπτομέρειες σε εκπομπή εθνικής εμβέλειας.
Η δημόσια αποκάλυψη έθεσε τέλος στα σχέδια για μια δεύτερη επιχείρηση. Τον Ιούνιο του 1975, η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να τερματίσει το πρόγραμμα.
Η απάντηση της CIA που έμεινε στην ιστορία
Το Project Azorian άφησε πίσω του μια ιδιαίτερη κληρονομιά που δεν αφορά πλοία ή υποβρύχια. Η υπόθεση συνδέθηκε με τη διάσημη πλέον απάντηση «ούτε επιβεβαιώνουμε ούτε διαψεύδουμε».
Όταν ζητήθηκαν πληροφορίες για τη σύνδεση της CIA με το Hughes Glomar Explorer, η αμερικανική υπηρεσία αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει ακόμη και την ύπαρξη σχετικών αρχείων.
Η πρακτική αυτή έγινε γνωστή ως Glomar Response και χρησιμοποιήθηκε αργότερα σε αιτήματα πρόσβασης σε κρατικά έγγραφα, όταν η επιβεβαίωση ή η διάψευση μιας πληροφορίας θεωρείται ότι μπορεί να αποκαλύψει απόρρητα στοιχεία.
Έτσι, ένα πλοίο που είχε κατασκευαστεί για να κρύψει μια επιχείρηση στον Ειρηνικό έδωσε το όνομά του σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές διατυπώσεις της σύγχρονης ιστορίας των μυστικών υπηρεσιών.
Πόσο κόστισε το Project Azorian και ποια ήταν η κληρονομιά του
Το Project Azorian ήταν μία από τις πιο δαπανηρές μυστικές τεχνολογικές επιχειρήσεις του Ψυχρού Πολέμου. Οι δημοσιογραφικές και ιστορικές αναφορές παρουσιάζουν διαφορετικές εκτιμήσεις για το συνολικό κόστος του, το οποίο ανερχόταν σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια της δεκαετίας του 1970.
Η κατασκευή του Hughes Glomar Explorer και του εξοπλισμού του απαιτούσε εξαιρετικά προηγμένες τεχνικές λύσεις. Τα συστήματα ανύψωσης μεγάλων φορτίων, σταθεροποίησης και εργασίας σε μεγάλα θαλάσσια βάθη αποτέλεσαν σημαντικά επιτεύγματα της υποθαλάσσιας μηχανικής.
Το πλοίο αξιοποιήθηκε αργότερα σε διαφορετικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων και σε εργασίες γεώτρησης σε μεγάλα θαλάσσια βάθη. Η τεχνογνωσία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος συνέβαλε στην εξέλιξη σχετικών τεχνολογιών.
Παρότι η αποστολή δεν ολοκλήρωσε τον αρχικό της στόχο, απέδειξε ότι μπορούσαν να πραγματοποιηθούν επιχειρήσεις ανάσυρσης σε βάθη που μέχρι τότε αποτελούσαν τεράστια τεχνική πρόκληση.
Μια πραγματική ιστορία κατασκοπείας που ξεπερνά τη φαντασία
Το Project Azorian συνδύασε όλα τα στοιχεία μιας κινηματογραφικής ιστορίας: ένα εξαφανισμένο υποβρύχιο, πυρηνικά όπλα, έναν δισεκατομμυριούχο, ένα τεράστιο πλοίο και μια μυστική αποστολή που έφτασε μια ανάσα από την πλήρη επιτυχία.
Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ότι όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά. Για περίπου έξι χρόνια, επιστήμονες, μηχανικοί και στελέχη των αμερικανικών υπηρεσιών εργάζονταν πάνω σε ένα σχέδιο που έμοιαζε αδύνατο, χωρίς ο κόσμος να γνωρίζει τον πραγματικό του σκοπό.
Η CIA δεν κατάφερε να ανασύρει ολόκληρο το K-129, αλλά πέτυχε κάτι που ελάχιστοι θεωρούσαν τεχνικά εφικτό. Το μεγαλύτερο μέρος του σοβιετικού υποβρυχίου παρέμεινε στον βυθό του Ειρηνικού, μαζί με αναπάντητα ερωτήματα για το τι ακριβώς συνέβη και ποιες πληροφορίες αποκτήθηκαν.
Και ίσως αυτό είναι που κάνει την ιστορία ακόμη πιο συναρπαστική. Μια πραγματική κατασκοπευτική επιχείρηση, τόσο τολμηρή ώστε ακόμη και σήμερα να μοιάζει με σενάριο του James Bond.
Πηγές:












