Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν από τη ζωή μας, αλλά δεν φεύγουν ποτέ πραγματικά από μέσα μας. Και πάνω απ’ όλους είναι η μάνα. Η παρουσία της δεν μετριέται μόνο στα χρόνια που έζησε δίπλα μας, αλλά στις στιγμές που συνεχίζει να μας κρατά συντροφιά, ακόμη και όταν έχει χαθεί από τα μάτια μας. Γιατί η μάνα δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος. Είναι η πρώτη αγκαλιά, η πρώτη προσευχή, το πρώτο καταφύγιο και η πιο βαθιά ρίζα της ύπαρξής μας.
«Αχ, βρε μάνα, βιάστηκες να φύγεις…» Είναι μια φράση που κρύβει μέσα της όλη τη νοσταλγία, όλο το παράπονο και όλη την αγάπη που δεν πρόλαβε να ειπωθεί. Γιατί όταν είμαστε νέοι πιστεύουμε πως οι γονείς μας θα είναι πάντα εκεί. Νομίζουμε πως έχουμε άπειρο χρόνο να τους μιλήσουμε, να τους αγκαλιάσουμε, να τους πούμε ένα «σ’ αγαπώ». Κι όμως, κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε ότι ο χρόνος δεν κάνει συμφωνίες με κανέναν.
Και τότε αρχίζουν οι στιγμές που η απουσία γίνεται πιο βαριά από ποτέ. Όχι όταν είμαστε παιδιά, αλλά όταν μεγαλώνουμε. Όταν αποκτούμε τις δικές μας ευθύνες, τις δικές μας αγωνίες, τα δικά μας παιδιά. Τότε είναι που καταλαβαίνουμε πραγματικά τα λόγια της μάνας. Τότε είναι που οι συμβουλές της αποκτούν νόημα και οι θυσίες της γίνονται φανερές.
Πόσες φορές δεν πιάνουμε τον εαυτό μας να επαναλαμβάνει τις ίδιες φράσεις που ακούγαμε από εκείνη; Πόσες φορές δεν χαμογελάμε όταν ανακαλύπτουμε πως οι κινήσεις μας, οι εκφράσεις μας, ακόμη και ο τρόπος που φροντίζουμε τους ανθρώπους μας θυμίζουν τη μάνα μας; Είναι σαν να συνεχίζει να ζει μέσα από εμάς. Σαν να έχει αφήσει κομμάτια του εαυτού της στην ψυχή μας και αυτά να ανθίζουν κάθε μέρα.
Η μητρική αγάπη έχει κάτι μοναδικό. Δεν ζητά αντάλλαγμα. Δεν μετράει προσφορές και επιστροφές. Δεν αγαπά επειδή πρέπει. Αγαπά επειδή δεν ξέρει να κάνει αλλιώς. Είναι η αγάπη που ξαγρυπνά δίπλα στο παιδί που αρρωσταίνει. Είναι η αγάπη που ανησυχεί όταν αργούμε να γυρίσουμε σπίτι, ακόμη κι αν έχουμε μεγαλώσει. Είναι η αγάπη που συγχωρεί πριν καν ζητηθεί συγγνώμη.
Κι όταν η μάνα δεν βρίσκεται πια κοντά μας, ανακαλύπτουμε πως συνεχίζουμε να της μιλάμε. Της μιλάμε στις δυσκολίες μας, στις χαρές μας, στις αποφάσεις που φοβόμαστε να πάρουμε. Της μιλάμε όταν κουραζόμαστε, όταν απογοητευόμαστε, όταν έχουμε ανάγκη από λίγη δύναμη. Και κάπου βαθιά μέσα μας ακούμε ακόμη τη φωνή της να μας λέει να μην τα παρατάμε, να προχωράμε, να αγαπάμε, να προσφέρουμε.
Ιδιαίτερα όταν γινόμαστε γονείς, η μορφή της αποκτά άλλη διάσταση. Τότε συνειδητοποιούμε πόση υπομονή χρειαζόταν για να μεγαλώσει ένα παιδί, πόση αγάπη για να συγχωρεί τα λάθη του και πόση δύναμη για να το στηρίζει χωρίς να λυγίζει. Τότε θυμόμαστε εκείνη τη φράση που πολλές μανάδες λένε: «Όταν κάνεις παιδιά, θα με θυμηθείς». Και πράγματι, τη θυμόμαστε. Όχι μία φορά, αλλά κάθε μέρα.
Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει με ανηφόρα. Μέρες που οι υποχρεώσεις μάς βαραίνουν, που οι φόβοι μάς περικυκλώνουν και που η κούραση φωλιάζει στην καρδιά μας. Εκείνες τις στιγμές είναι που μας λείπει περισσότερο η αγκαλιά της μάνας. Εκείνο το ασφαλές μέρος όπου μπορούσαμε να κρυφτούμε για λίγο από τον κόσμο. Εκείνο το βλέμμα που μας έλεγε χωρίς λόγια ότι όλα θα πάνε καλά.
Γι’ αυτό όσοι έχουν ακόμη τη μάνα τους κοντά τους ας μην αφήνουν τις μέρες να περνούν αδιάφορα. Ας τηλέφωνούν πιο συχνά. Ας την αγκαλιάζουν περισσότερο. Ας της αφιερώνουν χρόνο. Οι μικρές στιγμές είναι αυτές που γίνονται οι πιο πολύτιμες αναμνήσεις.
Και όσοι την έχουν χάσει, ας θυμούνται πως η αγάπη δεν τελειώνει με τον αποχωρισμό. Η μάνα συνεχίζει να υπάρχει στις αξίες που μας δίδαξε, στις συνήθειες που μας κληροδότησε, στις προσευχές που έκανε για εμάς και στην αγάπη που άφησε πίσω της.
Γιατί η ευχή της μάνας είναι από τα λίγα πράγματα που δεν χάνονται ποτέ. Συνεχίζει να μας ακολουθεί στους δρόμους της ζωής, να μας στηρίζει στις δυσκολίες και να φωτίζει τα βήματά μας όταν νιώθουμε χαμένοι.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μας αφήνει. Η δύναμη να συνεχίζουμε. Να ανεβαίνουμε τα βουνά της ζωής με πίστη και κουράγιο. Να βλέπουμε την ανηφόρα όχι σαν βάρος, αλλά σαν δρόμο που οδηγεί ψηλότερα.
Αχ, βρε μάνα… Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες αλλαγές κι αν φέρει η ζωή, η θέση σου στην καρδιά μας μένει πάντα η ίδια. Και η ευχή σου συνεχίζει να μας συνοδεύει, σαν ένα αόρατο χέρι που μας κρατά όταν φοβόμαστε και μας σπρώχνει μπροστά όταν διστάζουμε.
Γιατί η μάνα μπορεί να φύγει από τον κόσμο αυτό, αλλά ποτέ από την ψυχή του παιδιού της. Εκεί θα ζει για πάντα.












