Η Niki Boon είναι Νεοζηλανδή φωτογράφος και πρώην φυσιοθεραπεύτρια που έγινε γνωστή μέσα από ένα ιδιαίτερα προσωπικό φωτογραφικό project: την καθημερινότητα των τεσσάρων παιδιών της στην ύπαιθρο της Νέας Ζηλανδίας, μακριά από την τηλεόραση και την καθημερινή χρήση ηλεκτρονικών συσκευών.
Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες της δεν προσπαθούν να παρουσιάσουν έναν «σωστό» τρόπο ανατροφής. Καταγράφουν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, γεμάτο φύση, λάσπη, παιχνίδι, ζώα και την ελευθερία μιας παιδικής ηλικίας που θυμίζει άλλες εποχές.
Πώς ξεκίνησε η Niki Boon τη φωτογραφία;
Η Niki Boon είχε εκπαιδευτεί ως φυσιοθεραπεύτρια και εργάστηκε για χρόνια τόσο στη Νέα Ζηλανδία όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως έχει αφηγηθεί η ίδια, το ενδιαφέρον της για τη φωτογραφία γεννήθηκε όταν εργαζόταν στη Σκωτία.
Κατά τη διάρκεια ενός σκοτεινού και βροχερού σκωτσέζικου χειμώνα γράφτηκε σε ένα μάθημα σκοτεινού θαλάμου για να γεμίσει τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακά της. Η διαδικασία της φωτογραφίας την κέρδισε αμέσως.
Για τα επόμενα χρόνια ταξίδευε και εργαζόταν σε διάφορες χώρες, φωτογραφίζοντας στον ελεύθερο χρόνο της. Όταν όμως επέστρεψε στη Νέα Ζηλανδία, η φωτογραφία πέρασε προσωρινά σε δεύτερη μοίρα.

Τα παιδιά της την έκαναν να πιάσει ξανά τη φωτογραφική μηχανή
Με τη γέννηση των παιδιών της η επιθυμία της να φωτογραφίζει επέστρεψε. Η Boon άρχισε αρχικά να χρησιμοποιεί τη φωτογραφική μηχανή σαν ένα προσωπικό ημερολόγιο, καταγράφοντας μικρές στιγμές από την καθημερινότητα της οικογένειας.
Σταδιακά οι εικόνες εξελίχθηκαν σε ένα ολοκληρωμένο φωτογραφικό έργο γύρω από την παιδική ηλικία, τη μητρότητα, τη φύση και τις αναμνήσεις.


Μια διαφορετική καθημερινότητα στη Νέα Ζηλανδία
Η οικογένεια ζούσε σε μια αγροτική έκταση περίπου 10 acres, δηλαδή περίπου 40 στρεμμάτων, στο Marlborough της Νότιας Νήσου της Νέας Ζηλανδίας. Γύρω τους υπήρχαν ποτάμια, ακτές, δάσος και λόφοι.
Τα παιδιά περνούσαν μεγάλο μέρος της ημέρας έξω, εξερευνώντας το φυσικό περιβάλλον, παίζοντας μεταξύ τους και συμμετέχοντας στην καθημερινότητα της οικογένειας.



Ζούσαν πραγματικά χωρίς ίντερνετ και ηλεκτρονικές συσκευές;
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Η Niki Boon είχε δηλώσει ότι τα παιδιά της μεγάλωναν χωρίς τηλεόραση και χωρίς να χρησιμοποιούν καθημερινά σύγχρονες ηλεκτρονικές συσκευές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το σπίτι ήταν εντελώς αποκομμένο από το διαδίκτυο ή την τεχνολογία. Η οικογένεια διέθετε έναν υπολογιστή, τον οποίο χρησιμοποιούσε κυρίως η ίδια για τη φωτογραφική της δουλειά και, όταν χρειαζόταν, για αναζήτηση πληροφοριών.
Η ίδια είχε εξηγήσει επίσης ότι οι ηλεκτρονικές συσκευές δεν ήταν απαγορευμένες. Απλώς τα παιδιά είχαν μάθει να στρέφονται πρώτα σε βιβλία, εγκυκλοπαίδειες, τη φύση και τους ανθρώπους γύρω τους για να βρουν απαντήσεις.


«Childhood in the Raw»
Η φωτογραφική σειρά έγινε γνωστή με τον τίτλο Childhood in the Raw, ενώ μέρος της δουλειάς της παρουσιάστηκε επίσης ως Wild and Free.
Η Boon επέλεξε κυρίως το ασπρόμαυρο, δημιουργώντας εικόνες που απέχουν πολύ από τις στημένες οικογενειακές φωτογραφίες. Τα παιδιά εμφανίζονται βρεγμένα, γεμάτα λάσπη, κουρασμένα, χαρούμενα ή απορροφημένα στο παιχνίδι τους.



Για την ίδια, οι φωτογραφίες ήταν πρωτίστως ένα αρχείο της παιδικής ηλικίας των παιδιών της. Παράλληλα αντανακλούσαν και δικές της αναμνήσεις από μια εποχή όπου το παιχνίδι γινόταν περισσότερο έξω και λιγότερο μπροστά σε μια οθόνη.


Δεν είναι μάθημα ανατροφής αλλά ένα φωτογραφικό ημερολόγιο
Οι εικόνες της Niki Boon έγιναν δημοφιλείς επειδή δημιουργούν έντονη αντίθεση με την παιδική καθημερινότητα που έχουμε συνηθίσει σήμερα. Δεν αποτελούν όμως απόδειξη ότι τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν χωρίς τεχνολογία ούτε ότι αυτός ο τρόπος ζωής είναι κατάλληλος για κάθε οικογένεια.
Η ίδια περιέγραφε το έργο της πολύ περισσότερο ως μια προσπάθεια να καταγράψει τη ζωή όπως πραγματικά εξελισσόταν γύρω της: το παιχνίδι, την ελευθερία, τις δυσκολίες και τη στενή σχέση των παιδιών με το φυσικό περιβάλλον.


Και ίσως αυτό είναι που κάνει τις φωτογραφίες της τόσο ξεχωριστές. Δεν δείχνουν μια τέλεια παιδική ηλικία. Δείχνουν παιδιά που τρέχουν, λερώνονται, εξερευνούν και μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η φύση αποτελεί μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους.












