Για περισσότερα από δέκα χρόνια, ο Gert-Jan Oskam ζούσε με τις συνέπειες ενός σοβαρού τραυματισμού στον νωτιαίο μυελό, που του είχε στερήσει την ικανότητα να περπατά χωρίς βοήθεια. Μια πρωτοποριακή τεχνολογία, όμως, του επέτρεψε να ελέγχει ξανά τις κινήσεις των ποδιών του, χρησιμοποιώντας τα σήματα του ίδιου του εγκεφάλου του.
Το εντυπωσιακό επίτευγμα παρουσιάστηκε τον Μάιο του 2023 από διεθνή ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής ερευνητές στην Ελβετία. Στην καρδιά της ανακάλυψης βρίσκεται μια «ψηφιακή γέφυρα» που συνδέει τον εγκέφαλο με τον νωτιαίο μυελό και μετατρέπει την πρόθεση για κίνηση σε ηλεκτρικά σήματα.
Το ατύχημα που άλλαξε τη ζωή του Gert-Jan Oskam
Ο Gert-Jan Oskam, ένας άνδρας από την Ολλανδία, τραυματίστηκε σοβαρά σε ατύχημα με ποδήλατο το 2011. Ο τραυματισμός του στον αυχένα προκάλεσε τετραπληγία, επηρεάζοντας την κίνηση των ποδιών και, σε μικρότερο βαθμό, των χεριών του.
Για χρόνια ακολούθησε προγράμματα αποκατάστασης, προσπαθώντας να ανακτήσει μέρος της κινητικότητάς του. Παρότι είχε σημειώσει κάποια πρόοδο και μπορούσε να πραγματοποιεί ορισμένες κινήσεις με εξωτερική υποστήριξη, η καθημερινότητά του παρέμενε ιδιαίτερα δύσκολη.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όταν συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα επιστημόνων του Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου της Λωζάνης (EPFL), του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Λωζάνης (CHUV) και συνεργαζόμενων ερευνητικών οργανισμών.

Πώς λειτουργεί το εμφύτευμα που συνδέει τον εγκέφαλο με τον νωτιαίο μυελό;
Όταν ένας άνθρωπος θέλει να περπατήσει, ο εγκέφαλός του στέλνει μηνύματα μέσω του νωτιαίου μυελού προς τα νευρικά κυκλώματα που ελέγχουν τους μυς των ποδιών. Ένας σοβαρός τραυματισμός μπορεί να διακόψει αυτή την επικοινωνία, ακόμη κι αν ο εγκέφαλος εξακολουθεί να παράγει κανονικά τις εντολές για κίνηση.
Οι επιστήμονες δημιούργησαν ένα σύστημα που παρακάμπτει αυτό το εμπόδιο. Το ονόμασαν διεπαφή εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού (Brain-Spine Interface), αλλά έγινε γνωστό και ως «ψηφιακή γέφυρα».
Για να λειτουργήσει, χρησιμοποιεί δύο εμφυτεύματα που καταγράφουν την ηλεκτρική δραστηριότητα από περιοχές του εγκεφάλου οι οποίες σχετίζονται με την κίνηση. Τα δεδομένα μεταφέρονται ασύρματα σε μια εξωτερική μονάδα επεξεργασίας.
Ένας ειδικός αλγόριθμος αναγνωρίζει πότε ο άνθρωπος σκοπεύει να κινήσει τα πόδια του. Στη συνέχεια, το σύστημα στέλνει τις κατάλληλες εντολές σε έναν εμφυτευμένο διεγέρτη, ο οποίος ενεργοποιεί συγκεκριμένα νευρικά κυκλώματα του νωτιαίου μυελού με ηλεκτρικούς παλμούς.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Oskam μπορεί να ξεκινά και να ελέγχει κινήσεις των ποδιών του με βάση την πρόθεσή του να κινηθεί. Δεν χρειάζεται να δίνει φωνητικές εντολές ούτε να πατά κάποιο κουμπί για κάθε βήμα.
Από τα πρώτα βήματα μέχρι την ανάβαση σε σκάλες
Η εφαρμογή της τεχνολογίας απαιτούσε χειρουργικές επεμβάσεις, προσεκτική ρύθμιση των συσκευών και εντατική φυσικοθεραπεία. Οι ερευνητές σχεδίασαν ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα για τον Oskam, με στόχο να αποκτήσει καλύτερο έλεγχο των κινήσεων και της ισορροπίας του.
Ένα ιδιαίτερα ενθαρρυντικό στοιχείο ήταν η ταχύτητα με την οποία το σύστημα μπορούσε να αναγνωρίσει τις προθέσεις του. Η ψηφιακή σύνδεση ρυθμιζόταν μέσα σε λίγα λεπτά, ενώ η ακρίβειά της παρέμεινε σταθερή κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης που περιέγραψαν οι ερευνητές.
Με τη βοήθεια της τεχνολογίας και κατάλληλων βοηθημάτων βάδισης, ο Oskam κατάφερε να στέκεται, να περπατά, να ανεβαίνει σκαλοπάτια και να αντιμετωπίζει ορισμένες ανωμαλίες του εδάφους.
Οι κινήσεις του δεν ήταν τόσο γρήγορες ή εύκολες όσο ενός ανθρώπου χωρίς τραυματισμό. Ωστόσο, η δυνατότητα να ελέγχει ο ίδιος το πότε και πώς θα κινηθούν τα πόδια του αποτέλεσε σημαντική βελτίωση σε σχέση με προηγούμενες τεχνολογικές λύσεις.
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στις 24 Μαΐου 2023 στο επιστημονικό περιοδικό Nature, έδειξε ότι η σύνδεση ανάμεσα στις εγκεφαλικές εντολές και την ηλεκτρική διέγερση του νωτιαίου μυελού μπορούσε να λειτουργεί και εκτός εργαστηρίου, σε πραγματικές καθημερινές συνθήκες.
Η βελτίωση που παρατηρήθηκε ακόμη και χωρίς τη συσκευή
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αποτελέσματα της μελέτης δεν αφορούσε μόνο όσα μπορούσε να κάνει ο Oskam όταν η ψηφιακή γέφυρα ήταν ενεργοποιημένη.
Μετά από πρόγραμμα 40 συνεδριών νευροαποκατάστασης, οι επιστήμονες παρατήρησαν βελτίωση στον έλεγχο συγκεκριμένων μυών και στην κινητική του λειτουργία, ακόμη και όταν η ηλεκτρική διέγερση ήταν απενεργοποιημένη.
Ο Oskam μπορούσε να περπατά στο έδαφος με πατερίτσες χωρίς να χρησιμοποιεί ενεργά το σύστημα. Η εξέλιξη αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική, επειδή έδειχνε ότι η θεραπευτική διαδικασία ενδέχεται να προσφέρει οφέλη πέρα από την προσωρινή υποβοήθηση της κίνησης.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση μπορεί να ενίσχυσε τη λειτουργία νευρικών διαδρομών που είχαν διατηρηθεί μετά τον τραυματισμό.
Αυτό σχετίζεται με τη νευροπλαστικότητα, δηλαδή την ικανότητα του νευρικού συστήματος να προσαρμόζεται και να οργανώνει διαφορετικά ορισμένες λειτουργίες του μέσα από την εκπαίδευση και την εμπειρία.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο νωτιαίος μυελός θεραπεύτηκε ή ότι ο τραυματισμός εξαφανίστηκε. Πρόκειται για λειτουργική βελτίωση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω μελέτη για να διαπιστωθεί πόσο μπορεί να επαναληφθεί και σε άλλους ασθενείς.

Μπορεί η τεχνολογία να βοηθήσει όλους τους ανθρώπους με παράλυση;
Παρότι τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά, υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια. Ο Oskam δεν είχε χάσει κάθε δυνατότητα κίνησης πριν από την εμφύτευση. Είχε ήδη συμμετάσχει σε προηγούμενες θεραπείες αποκατάστασης και μπορούσε να πραγματοποιεί περιορισμένες κινήσεις με βοήθεια.
Επομένως, η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι ένας άνθρωπος με πλήρη απώλεια κινητικής λειτουργίας μπορεί απαραίτητα να σηκωθεί και να περπατήσει με την ίδια μέθοδο.
Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας θεραπείας μπορεί να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το σημείο και η σοβαρότητα του τραυματισμού, η κατάσταση των νευρικών κυκλωμάτων, η μυϊκή λειτουργία και η δυνατότητα συμμετοχής σε εξειδικευμένη αποκατάσταση.
Επιπλέον, το σύστημα απαιτεί επεμβάσεις στον εγκέφαλο και στη σπονδυλική περιοχή, εξειδικευμένο εξοπλισμό και συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Όπως συμβαίνει με κάθε εμφυτεύσιμη ιατρική τεχνολογία, πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά οι πιθανοί κίνδυνοι και τα μακροχρόνια αποτελέσματα.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν την ανακάλυψη ως ένα σημαντικό ερευνητικό βήμα και όχι ως οριστική θεραπεία της παράλυσης.
Πώς εξελίχθηκε η έρευνα μετά την πρώτη επιτυχία;
Η περίπτωση του Gert-Jan Oskam αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ανάπτυξη συστημάτων που συνδυάζουν την καταγραφή εγκεφαλικών σημάτων με την ηλεκτρική διέγερση του νωτιαίου μυελού.
Η εταιρεία ιατρικής τεχνολογίας ONWARD Medical, η οποία συνεργάζεται με ερευνητικούς οργανισμούς για την ανάπτυξη αυτών των εφαρμογών, ανακοίνωσε ότι έως τα μέσα του 2025 είχαν εμφυτευτεί ερευνητικά συστήματα ARC-BCI σε πέντε ανθρώπους.
Οι εφαρμογές που μελετώνται δεν περιορίζονται αποκλειστικά στο περπάτημα. Η έρευνα εξετάζει επίσης τρόπους υποβοήθησης των κινήσεων των χεριών και των άνω άκρων, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για ανθρώπους με τραυματισμούς στον αυχενικό νωτιαίο μυελό.
Πρέπει, πάντως, να γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφορετικών συστημάτων της εταιρείας. Η εξωτερική συσκευή ARC-EX έχει λάβει συγκεκριμένες κανονιστικές εγκρίσεις για την υποβοήθηση της λειτουργίας των χεριών, ενώ το εμφυτεύσιμο σύστημα ARC-BCI αποτελεί ξεχωριστή ερευνητική τεχνολογία.
Πότε θα μπορούν οι ασθενείς να χρησιμοποιούν ένα τέτοιο εμφύτευμα;
Δεν υπάρχει επιβεβαιωμένο χρονοδιάγραμμα για την ευρεία διάθεση της συγκεκριμένης ψηφιακής γέφυρας σε ασθενείς με παράλυση.
Για να φτάσει μια τέτοια τεχνολογία στην κλινική πράξη, χρειάζονται μελέτες με περισσότερους συμμετέχοντες, αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας σε βάθος χρόνου και οι απαραίτητες εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές.
Εξίσου σημαντικά είναι τα πρακτικά ζητήματα: το κόστος των εμφυτευμάτων, η διάρκεια λειτουργίας τους, η εκπαίδευση των γιατρών και η πρόσβαση των ασθενών σε εξειδικευμένα κέντρα αποκατάστασης.
Η ιστορία του Oskam δείχνει, ωστόσο, πόσο σημαντική μπορεί να γίνει η συνεργασία της νευροεπιστήμης με την τεχνολογία. Εκεί όπου ένας σοβαρός τραυματισμός είχε διακόψει τη φυσιολογική επικοινωνία ανάμεσα στον εγκέφαλο και τα πόδια, μια ψηφιακή σύνδεση κατάφερε να δημιουργήσει έναν διαφορετικό δρόμο για την κίνηση.
Και παρότι η επιστήμη απέχει ακόμη από το να προσφέρει αυτή τη δυνατότητα σε όλους τους ανθρώπους με παράλυση, η συγκεκριμένη επιτυχία αποτελεί μια ουσιαστική απόδειξη ότι ο έλεγχος της κίνησης μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποκατασταθεί με τη βοήθεια της τεχνολογίας.
Επιστημονικές πηγές:












