Τα παιδιά περνούν χρόνια στο σχολείο, διαβάζουν αμέτρητες σελίδες, γράφουν εξετάσεις και αγωνίζονται για μια θέση στο πανεπιστήμιο. Πόσα όμως από όσα μαθαίνουν γίνονται πραγματική γνώση που θα τους ακολουθεί στη ζωή τους;
Αυτό είναι ένα από τα βασικά ερωτήματα που είχε θέσει ο καθηγητής Γλωσσολογίας και πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γιώργος Μπαμπινιώτης, σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στη LiFO το 2017. Οι απόψεις του για την ελληνική εκπαίδευση, τον ρόλο του δασκάλου και την αξία της γλώσσας παραμένουν αφορμή για προβληματισμό.
Γιατί ο Γιώργος Μπαμπινιώτης ασκεί κριτική στο ελληνικό σχολείο
Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη μελέτη της ελληνικής γλώσσας και στην πανεπιστημιακή διδασκαλία. Μέσα από αυτή την εμπειρία έχει διαμορφώσει συγκεκριμένες απόψεις για τον τρόπο με τον οποίο εκπαιδεύονται οι νέοι.
Στη συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Γιάννη Πανταζόπουλο, που δημοσιεύτηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2017, είχε εκφράσει την ανησυχία του για την υπερβολική έμφαση στην απομνημόνευση και στις εξετάσεις.
Κατά την άποψή του, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δίνει μεγάλη σημασία στη συσσώρευση πληροφοριών, χωρίς πάντα να βοηθά τους μαθητές να τις κατανοούν και να τις αξιοποιούν.
Το ουσιαστικό ζητούμενο, όπως υποστήριζε, δεν είναι να μπορεί ένας μαθητής να επαναλάβει όσα διάβασε, αλλά να έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να σκέφτεται, να κρίνει και να χρησιμοποιεί τις γνώσεις του.
Το πρόβλημα με τις Πανελλαδικές και το Λύκειο
Ένα από τα σημεία της κριτικής του αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική οικογένεια αντιμετωπίζει την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο.
Ο καθηγητής θεωρούσε λανθασμένη την αντίληψη ότι η επιτυχία στις Πανελλαδικές αποτελεί τη μοναδική ή την απόλυτη επιβεβαίωση της αξίας ενός νέου ανθρώπου.
Επισήμαινε ότι, όταν ολόκληρη η εκπαιδευτική διαδικασία περιστρέφεται γύρω από την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση, το Λύκειο κινδυνεύει να χάσει τον ευρύτερο μορφωτικό του χαρακτήρα.
Αντί το σχολείο να αποτελεί χώρο καλλιέργειας και ανάπτυξης της προσωπικότητας, περιορίζεται συχνά στην προετοιμασία για εξετάσεις.
Σύμφωνα με την κριτική του, οι μαθητές της ηλικίας των 15 έως 18 ετών αφιερώνουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους στην προσπάθεια να εξασφαλίσουν μια θέση στο πανεπιστήμιο, αφήνοντας λιγότερο χρόνο για άλλες πλευρές της μόρφωσής τους.
Έτσι, η επιτυχία σε μια εξέταση μπορεί να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, ενώ η πραγματική αξία της γνώσης περνά σε δεύτερη μοίρα.
Η διαφορά ανάμεσα στον δάσκαλο και στον διδάσκοντα
Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης είχε μιλήσει και για τους εκπαιδευτικούς που σημάδεψαν τη δική του ζωή.
Θυμόταν δασκάλους που δεν περιορίζονταν στη διδασκαλία του μαθήματος. Παρέμεναν μαζί με τους μαθητές και μετά το τέλος του σχολικού ωραρίου, συζητώντας για ποίηση, λογοτεχνία και ζητήματα που τους απασχολούσαν.
Για εκείνον, αυτές οι εμπειρίες αποτελούσαν την ουσία της εκπαίδευσης. Ο δάσκαλος δεν είναι απλώς κάποιος που μεταφέρει πληροφορίες, αλλά ένας άνθρωπος που μπορεί να εμπνεύσει και να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον για τη μάθηση.
Η αντίθεσή του ανάμεσα στον δάσκαλο και στον απλό διδάσκοντα δεν αφορούσε μόνο τις επαγγελματικές ικανότητες. Αφορούσε κυρίως τη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και στον μαθητή.
Στη δική του αντίληψη, ένας καλός δάσκαλος μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία ενός παιδιού, ακόμη και πολλά χρόνια μετά την αποφοίτησή του.
Από την πλατεία Κουμουνδούρου στην πανεπιστημιακή διδασκαλία
Οι απόψεις του Γιώργου Μπαμπινιώτη συνδέονται στενά με τα προσωπικά του βιώματα.
Γεννήθηκε το 1939 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην περιοχή της πλατείας Κουμουνδούρου, σε μια εποχή που η καθημερινότητα των οικογενειών ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Ο πατέρας του ήταν οικογενειακός γιατρός και η μητέρα του ασχολούνταν με τη φροντίδα της οικογένειας. Από τους γονείς του, όπως είχε εξηγήσει, διδάχθηκε την αξία της προσφοράς, της ανθρώπινης επαφής και της συνεργασίας.
Στα παιδικά του χρόνια έζησε την Κατοχή, την πείνα και την ανασφάλεια. Στη συνέντευξή του είχε περιγράψει ακόμη και περιστατικό κατά το οποίο ένας Γερμανός και ένας Έλληνας διερμηνέας εισέβαλαν στο οικογενειακό σπίτι, προκαλώντας φόβο στους δικούς του ανθρώπους.
Αυτές οι εμπειρίες τον έκαναν, όπως εξηγούσε, να κατανοήσει από πολύ μικρή ηλικία πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η ζωή και πόση σημασία έχουν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προσπάθεια.
Στα μαθητικά του χρόνια εξέδωσε μάλιστα μια μικρή εφημερίδα με τίτλο «Μαθητικό Σάλπισμα», ενώ η αγάπη του για τη λογοτεχνία και τη γλώσσα εμφανίστηκε από την εφηβεία του.
Η επαφή με συγγραφείς και ποιητές, όπως ο Καζαντζάκης, ο Ελύτης, ο Σεφέρης και ο Καβάφης, συνέβαλε στη διαμόρφωση των ενδιαφερόντων του.
Γιατί θεωρούσε απαραίτητη την επαφή των παιδιών με τον πολιτισμό
Μια ακόμη σημαντική θέση του καθηγητή ήταν ότι η εκπαίδευση δεν πρέπει να εξαντλείται στα σχολικά βιβλία και στην εξεταστέα ύλη.
Υποστήριζε ότι οι μαθητές χρειάζεται να γνωρίζουν από μικρή ηλικία τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη μουσική, τη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες.
Η επαφή με τον πολιτισμό, σύμφωνα με τη σκέψη του, βοηθά τα παιδιά να αναπτύξουν αισθητική, ευαισθησία, φαντασία και κριτική ικανότητα.
Το σχολείο οφείλει, επομένως, να προετοιμάζει όχι μόνο τους μελλοντικούς επιστήμονες και επαγγελματίες, αλλά και ανθρώπους που θα μπορούν να απολαμβάνουν ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση ή ένα μουσικό έργο.
Για τον ίδιο, αυτή η πλευρά της παιδείας ήταν εξίσου σημαντική με την απόκτηση σχολικών γνώσεων.
Η ελληνική γλώσσα και ο κίνδυνος της επιφανειακής επικοινωνίας
Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης είχε εκφράσει επίσης την ανησυχία του για τις αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι γράφουν και επικοινωνούν.
Ειδικότερα, αναφερόταν στη χρήση συντομογραφιών, στα greeklish και στη διαρκή βιασύνη που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της ψηφιακής επικοινωνίας.
Κατά την άποψή του, όταν η επικοινωνία γίνεται υπερβολικά σύντομη και αποσπασματική, υπάρχει κίνδυνος να περιορίζεται η δυνατότητα ολοκληρωμένης έκφρασης της σκέψης.
Δεν αντιμετώπιζε τη γλώσσα ως ένα απλό εργαλείο ανταλλαγής μηνυμάτων. Τη συνέδεε με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, οργανώνουμε τις σκέψεις μας και κατανοούμε τους άλλους.
Η κριτική του δεν σημαίνει ότι κάθε νέα μορφή γραπτής επικοινωνίας οδηγεί αναγκαστικά σε υποβάθμιση της γλώσσας. Αποτυπώνει, όμως, την ιδιαίτερη σημασία που ο ίδιος αποδίδει στην προσεγμένη έκφραση και στην ουσιαστική επικοινωνία.

Η γνώση δεν τελειώνει όταν τελειώνει το σχολείο
Πίσω από την κριτική του Γιώργου Μπαμπινιώτη βρίσκεται μια ευρύτερη αντίληψη για την παιδεία: ότι η μόρφωση δεν περιορίζεται στα χρόνια της σχολικής ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
Ο άνθρωπος, σύμφωνα με τη σκέψη του, συνεχίζει να καλλιεργείται μέσα από το διάβασμα, τη συζήτηση, την προσωπική προσπάθεια και την επαφή με την τέχνη και τον πολιτισμό.
Η αυτομόρφωση έχει καθοριστική σημασία, επειδή κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει από μόνο του όλες τις γνώσεις και τα εφόδια που θα χρειαστεί κάποιος στη ζωή του.
Γι’ αυτό και η ουσιαστική επιτυχία ενός σχολείου δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά από τους βαθμούς ή τις επιδόσεις των μαθητών στις εξετάσεις.
Ένα σχολείο πετυχαίνει κάτι βαθύτερο όταν βοηθά τα παιδιά να αγαπήσουν τη μάθηση, να σκέφτονται ανεξάρτητα και να διατηρούν την περιέργειά τους ακόμη και μετά την αποφοίτηση.
Αυτή είναι και η κεντρική ιδέα που αναδεικνύεται από τις παλαιότερες τοποθετήσεις του καθηγητή: η εκπαίδευση έχει πραγματική αξία όταν η γνώση δεν ξεχνιέται μόλις τελειώσουν οι εξετάσεις, αλλά γίνεται μέρος της ζωής του ανθρώπου.
Αρχική συνέντευξη: Γιάννης Πανταζόπουλος, LiFO, 14 Δεκεμβρίου 2017 – Όσα δεν έχει ξαναπεί ο Γιώργος Μπαμπινιώτης σε μια σπάνια και περιεκτική συνέντευξη.












