Στα Άνω Πορόια Σερρών, στους πρόποδες του όρους Μπέλες και κοντά στη λίμνη Κερκίνη, βρίσκεται ένα εντυπωσιακό κοπάδι με περισσότερα από 1.000 άλογα της ελληνικής φυλής Πίνδου.
Πίσω από αυτή την προσπάθεια βρίσκεται ο Νίκος Βάρκας, ένας άνθρωπος με μεγάλη αγάπη για τα άλογα, ο οποίος ξεκίνησε με μόλις έξι δανεικά ζώα και κατάφερε σταδιακά να δημιουργήσει ένα κοπάδι που έχει παρουσιαστεί ως το μεγαλύτερο της φυλής Πίνδου στην Ευρώπη.
Από έξι άλογα σε ένα κοπάδι άνω των 1.000
Η ιστορία του Νίκου Βάρκα στα Άνω Πορόια ξεκίνησε με περιηγήσεις χρησιμοποιώντας έξι δανεικά άλογα. Με τα χρόνια η δραστηριότητά του μεγάλωσε και μαζί της αυξήθηκε εντυπωσιακά και ο αριθμός των ζώων.
Παλαιότερες αναφορές έκαναν λόγο για περισσότερα από 700 άλογα. Σε νεότερα ρεπορτάζ της ΕΡΤ, όμως, το κοπάδι παρουσιάζεται να έχει ξεπεράσει τα 1.000 ζώα.

Η ελληνική φυλή αλόγων Πίνδου
Η Πίνδου είναι μία από τις εγχώριες ελληνικές φυλές ίππων και έχει συνδεθεί ιστορικά με τις ορεινές περιοχές της χώρας. Τα άλογα αυτού του τύπου χρησιμοποιήθηκαν επί πολλές γενιές στις μετακινήσεις και σε αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου το δύσβατο έδαφος έκανε πολύτιμη την αντοχή τους.
Η φυλή Πίνδου περιλαμβάνεται στις εγχώριες φυλές ίππων που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα διατήρησης και αξιοποίησης των ζωικών γενετικών πόρων της χώρας.

Ένα ξεχωριστό τοπίο στους πρόποδες του Μπέλες
Το μεγάλο κοπάδι βρίσκεται σε μια περιοχή με ιδιαίτερο φυσικό τοπίο. Τα Άνω Πορόια απλώνονται στους πρόποδες του Μπέλες, με τη λίμνη Κερκίνη σε μικρή απόσταση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που έχει συνδεθεί στενά με δραστηριότητες στη φύση.
Ο Νίκος Βάρκας έχει δραστηριοποιηθεί και στις περιηγήσεις με άλογα στην περιοχή, αξιοποιώντας τα μονοπάτια και το δασικό τοπίο γύρω από τα Άνω Πορόια.

Οι διαδρομές μέσα στο πράσινο, οι πηγές και η θέα προς την ευρύτερη περιοχή της Κερκίνης έχουν κάνει τα Άνω Πορόια γνωστό προορισμό για όσους θέλουν να συνδυάσουν την επαφή με τα άλογα και τη φύση.




Η ιστορία του κοπαδιού στα Άνω Πορόια είναι ιδιαίτερη όχι μόνο λόγω του αριθμού των αλόγων. Δείχνει παράλληλα πώς μια ελληνική φυλή με μακρά παρουσία στην ύπαιθρο μπορεί να συνεχίσει να διατηρείται και να αποτελεί κομμάτι της ζωής ενός τόπου.












